Ο “Βασίλης” κεφάλαιο “Χ”

Χρειάστηκε να κινητοποιηθεί ο ίδιος ο υπουργός Υγείας για να γίνει δεκτό απο το «Ωνάσειο» και τον «Ευαγγελισμό» το αίτημα του Στέφανου (που έγινε επισήμως, μέσω «Memorial»), να του παραχωρηθεί πρόσβαση σε όλα τα εργαστήρια και τις πληροφορίες που θα είχε σοβαρούς λόγους να τα χρησιμοποιήσει άμεσα. Ο Βασίλης του είχε μεταφέρει την σκέψη του, χωρίς όμως να του μιλήσει για την «ασημένια σταγόνα» ή για τον «άγγελο». Του είπε απλώς οτι υπήρξε κάποια στιγμή, την ώρα που του αφαιρούσαν και την τελευταία βελόνα του ορού απο τήν φλέβα του αριστερού χεριού του, καθώς κρατούσε το βαμβάκι με το οινόπνευμα πάνω στην ανοιχτή ακόμα τρυπούλα αυτής της φλέβας, που ένοιωσε «κατι παράξενο», σαν κάτι να «εισέβαλε στο αίμα του», ένα απειροελάχιστο μόριο όπως το περιέγραψε, που είχε όμως τέτοια δυναμική ώστε να τον κάνει να σκεφτεί οτι αυτό το απειροελάχιστο «κάτι» ήταν ή ίδια η Ιασή του – η απόλυτη ίασή του. «Δεν είναι ευκολο να στο εξηγήσω Στέφανε», του είχε πεί εκεί στη βεράντα της γιαγιάς όπου λιαζόντουσαν με τα μαγιό τους την επομένη της κηδείας, μετά που είχανε κολυμπήσει παρέα για κάνα μισάωρο. «Είναι κάτι σαν φλασιά, σαν ένα αστραφτερά φωτεινό χιλιοστό του δευτερόλεπτου, που όμως το είδα, ενω, συγχρόνως, ένοιωσα οτι μπήκε μέσα μου κιόλας, πώς να στο πώ, πώς είναι όταν μουδιάζουμε και νοιώθουμε χιλιάδες τσιμπιματάκια ενόσω συνερχόμαστε, εγω ένοιωσα ένα τέτοιο τσιμπηματάκι, αλλά πολύ σαφές ρε φίλε, πώς να στο εξηγήσω, το ένοιωσα καθαρά, σαν να μούλεγε «να το καταγράψεις αυτό που νοιώθεις στο μυαλό σου γιατί θα χρειαστεί να το περιγράψεις» Και έχω την βεβαιότητα πώς έχω μέσα στο σώμα μου, για να στο πώ όσο πιο απλά και «λαϊκά» γίνεται, μία ή περισσότερες «μικροκάψουλες» στην νανοκλίμακα, φορτωμένες πληροφορίες και υλικό που στάλθηκε από εκεί πάνω για να ερτευνηθεί, να αποκωδικοποιηθεί και να ανοίξει άλλους δρόμους, άλλα μονοπότια στην έρυενα για την καταπολέμηση του καρκίνου. Στο λέω απλά, αισθάνομαι με μια βεβαιότητα απόλυτη ότι στο αίμα μου ή μέσα στα κύτταρά μου υπάρχουν αποθηκευμένες πληροφορίες που οφείλουμε να τις κάνουμε δικές μας και να τις μοιραστούμε με την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Γι’ αυτό νοιώθω και μια μεγάλη ηρεμία, μια σιγουριά. Γιατί ξέρω πιά ότι δεν ζω για μένα, «για πάρτη μου» που λένε, αλλά για κάτι ανώτερο που αφορά όλους τους συνανθρώπους μου». Ο Στέφανος αναστέναξε και ήπιε μια γουλιά απ΄το Bloody-mary του, που ήταν εξαιρετικό και πολύ ελαφρύ, οτι έπρεπε για μεσημέρι με ήλιο. Το είχε ετοιμάσει βέβαια η γιαγιά-Ειρήνη, με τα χεράκια της που, παρέα με την Μύριαμ, είχαν σκεφτεί να τούς φτιάξουν και σπρίγκρολς και ήτανε στην κουζίνα πάνω απ΄το τηγάνι, με το πηρούνι στο χέρι. «Ενοιωσα αυτό το, ας το πούμε «τσίμπημα» και συγχρόνως ένοιωσα πως ήδη είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση και πως πολύ γρήγορα θα γινόμουνα καλά – ή μάλλον όχι, πώς ήδη ήμουν καλά αλλά θα χρειαζόντουσαν λίγες μέρες να φανεί αυτό και στούς άλλους, να δυναμώσω δηλαδή για να τούς πείσω. Αλλά, πως να στο πώ, εγω το ήξερα, κάτι είχε μπεί μέσα μου, κάτι που ήταν το αντίδοτο όλης μου τής περιπέτειας. Ισως γι’ αυτό ποτέ όσο κράτησε η αρώστειά μου δεν σκέφτηκα ούτε στιγμή οτι υπήρχε περίπτωση να πεθάνω, γιατί υπήρχε ίσως η πληροφορία στον εγκέφαλό μου πως όλα αυτά είναι μια δοκιμασία με στόχο μια αναβάθμιση, κάτι καλύτερο, μια ιατρική ανακάλυψη ας πούμε που για να γίνει θα έπρεπε εγω να περάσω αυτό το βάσανο - εγω ή κάποιος άλλος». «Θέλεις να πείς», τον είχε ρωτήσει όσο πιό απλά και καθαρά μπορούσε ο Στέφανος, «πώς αισθάνεσαι οτι μέσα στο αίμα σου ή κάπου στο σώμα σου υπάρχει κάτι απειροελάχιστο, κάτι αδιόρατο και αόρατο στίς μέχρι τώρα γνωστές ιατρικές εξετάσεις στίς οποίες υποβλήθηκες κατα την διάρκειά και μετά την ίασή σου, το οποιο είναι υπεύθυνο για την ανεξήγητη ολική επαναφορά σου;». «Ναί» του απάντησε ο Βασίλης με απόλυτη βεβαιότητα. «Πρέπει να πάρεις κι΄αλλο δείγμα απο το αίμα μου, αν χρειαστεί και να επανέλθεις και στον «τόπο του εγκλήματος», στα σημεία εννοώ εκείνα που είχαν παραδοθεί εντελώς στον καρκίνο. Πρέπει να εξετάσεις πολύ προσεκτικά, με ακόμα πιό ευαίσθητα όργανα, με τίς πιό προηγμένες μεθόδους που σου διατίθενται αυτή τη στιγμή, να δείς αν υπάρχει μέσα στην τωρινή μου ύπαρξη, σ’ αυτό εδω το σώμα που έχω τώρα, κάτι καινούργιο, ένα άγνωστο μέχρι σήμερα «νανομικρόβιο» ας πούμε, δεν ξέρω πως τα λέτε, ένα συστατικό, κάτι πρωτοφανέρωτο που δεν έχει ποτέ πρίν εντοπισθεί στα εργαστήρια. Ξέρω, μοιάζει σα να σου ζητάω να ψάξεις να βρείς κυριολεκτικά ένα ψύλλο μέσα σ΄ένα τεράστιο αχυρώνα, αλλά δεν είναι έτσι. Γιατί εκείνο το πρώτο «τσιμπηματάκι», αν μπορώ να το πώ έτσι, «γέννησε αυγά» μέσα μου και πολλαπλασιάστηκε – οπότε δεν είναι πιά ένας ψύλλος στ΄άχυρα. Είναι ολόκληρη αποικία ψύλλων που εργάστηκαν κόντρα στα καρκινογόνα κύτταρα και με «καθάρισαν» σε τόσο λίγο χρόνο. Το νοιώθω, πώς να στο πώ : Νοιώθω οτι περιλαμβάνω την απάντηση στο ερώτημα που είμαι, στα ερωτήματα που δημιούργησε στούς επιστήμονες σαν και σένα ή ανεξήγητη ίασή μου». Ο Στέφανος δεν μπορούσε να μην παραδεχτεί οτι, αν και δεν υπήρχε καμμία λογική βάση στην «θεωρία» του Βασίλη, ήταν μιά «υπόθεση εργασίας» που ακόμα και για την πιθανότητα να έβγαινε αληθινή μία στα χίλια, άξιζε να ερευνηθεί. Γιατί, η εκδοχή του «Θαύματος», δεν μπορούσε να γίνει
αποδεκτή έτσι απλά, χωρίς κάποια επιστημονική υποστήριξη. Μόνο οι θεούσες και οι θρησκόληπτοι θα κάνανε το σταυρό τους και θα λέγανε απλά «η Παναγία τον έσωσε». Ακόμα και αυτοί που το πιστεύανε πως σίγουρα βάλανε το χεράκι τους και οι ανώτερες δυνάμεις, οι αόρατες, έπρεπε να γεφυρώσουνε με κάποια λογική εξήγηση την παρέμβαση, να καταλάβουν και με το μυαλό τους πως έγινε και άλλαξε ο ρούς του ποταμού και ήρθαν τ΄απάνω κάτω. Αν πράγματι μέσα στον οργανισμό του Βασίλη υπήρχε κάτι, ας ήταν και τόσο δυσδιάκριτο όσο θα ήταν και ένας «ασημένιος» κόκκος άμμου στην ευρύτερη περιοχή της πυραμίδας του Τουταγχαμών στην έρημο έξω απ΄το Κάϊρο - το γεγονός δεν θα έπαυε ποτέ να είναι «μέγιστο θαύμα» αν τον εντοπίζανε οι επιστήμονες αυτόν το ασημένιο κόκκο της άμμου και καταλαβαίνανε τι ρόλο έπαιξε και κατάφερε να τρέψει σε φυγή την άγρια ολομέτωπη επίθεση του καρκίνου - αν μπορούσε βέβαια αυτό το «καινούργιο στοιχείο», ο ασημένιος κόκκος της άμμου, να εντοπισθεί και να απομονωθεί, να γίνει δυνατή η «ανάγνωση» τής πληροφορίας και της «οδηγίας» που ήταν χαραγμένη πάνω του. «Η αλήθεια είναι», σκεφτότανε ο Στέφανος χαϊδεύοντας αφηρημένος με τα δάχτυλά του την επιφάνεια του καλοκουρεμένου γκαζόν, «πως όλες οι εργαστηριακές και άλλες εξετάσεις που έγιναν στον Βασίλη, δεν επεχείρησαν να μπούν στο βάθος του προβληματος ή να νανακαλύψουν κάτι καινούργιο. Απλώς επιβεβαιώναν το γεγονός πώς ο ασθενής ήταν κάθε μέρα 100% λιγότερο ασθενής απο την προηγουμένη. Το αίμα του καθάριζε, οι όγκοι υποχωρούσαν, όλα επανερχόντουσαν στα φυσιολογικά τους όρια, στα φυσιολογικά όρια ενός αγοριού 19 χρονών που σφύζει απο υγεία. Αυτό ήταν και το τελικό συμπέρασμα και, εκείνη τη στιγμή, ήταν παραπάνω απο αρκετό. «Η αλήθεια είναι», είπε και φωναχτά ο Στέφανος δυό-τρία λεπτά αργοτερα, προσπαθώντας, ορθιος τώρα, να ισοροπήσει μια μπάλλα του τέννις πάνω σε μια ρακέττα, «πως κανένας απο μάς δεν «έψαξε» για κάτι συγκεκριμένο. Δεν είχαμε έρθει για να ψάξουμε, είχαμε έρθει –εννοώ οι ξένοι συνάδελφοι επισκέπτες ογκολόγοι και λοιπα – απλώς για να διαπιστώσουμε με τα ίδια μας τα μάτια μια πολύ παράξενη και ακραία περίπτωση αυτοϊασης ενός νεαρού ασθενή «καταδικασμένου» απο μη αναστρέψιμο καρκίνο που είχε εξαπλωθεί σχεδόν σε ολόκληρο το σώμα του. Σχεδόν», είπε - και εδω έκανε μια πάυση και πέταξε το μπαλάκι μέσα στην θήκη με τα υπόλοιπα όμοια μπαλάκια - και την ρακέτα κάτω, στο γκαζόν. «Καρκίνος παντού – εκτός απ΄τον εγκέφαλο και την περιοχή γύρω απο την καρδιά». Τράβηξε ένα σκαμπό και κάθησε δίπλα στην σαιζ-λόγκ του Βασίλη έτσι που να τον πιάνει κι΄αυτόν η σκιά της ομπρέλλας, γιατί βάραγε ο ήλιος όσο μεσημέριαζε ολο και περισσσότερο και το bloody mary είχε αρχίσει να επιδρά χαλαρωτικά. «Αυτό το σκεφτόμουνα συνέχεια, ακόμα και μέσα στο αεροπλάνο καθώς πετούσα απο την Νέα Υόρκη προς στην Αθήνα. Γιατί δεν έφτασε στον εγκέφαλο; Γιατί
δεν πείραξε την περιοχή της καρδιάς; Ηταν κάτι που απ΄την αρχή μου έκανε εντύπωση και είχα ζητήσει, πρίν φύγω ακόμα, και είχα δεί όλα τα σκάν του σκατοκρανίου σου, ορθια, οριζόντια, κάθετα, υπήρχαν κυριολεκτικά εκατοντάδες «κατόψεις», είχανε κάνει καταπληκτική δουλειά οι Έλληνες, τον είχανε φωτογραφήσει σε χίλιες φέτες τον εγέφαλό σου ― τίποτα όμως δεν υπήρχε εκεί. Οϋτε υποψία. Αυτό με είχε βάλει σε σκέψεις αλλά μετά το ξέχασα. Ηταν τόσο ραγδαία η εξέλιξή σου που μας είχες αφήσει όλους άφωνους. Κοιτούσαμε τίς εξετάσεις, σε βλέπαμε να μεταμορφώνεσαι κυριολεκτικά απο μέρα σε μέρα και, ναί, η αλήθεια είναι, μας έπιασε μια αμηχανία. Πως να το χειριστούμε αυτό; Δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα. Αρα ναί. Εχεις δίκηο. Δεν έχουμε ψάξει, δεν έχουμε κάνει έρευνα, αφήσαμε την υπόθεση εκεί που την βρήκαμε και είπαμε «κάποια στιγμή θα καταλάβουμε». Ο Βασίλης τον κοιτούσε όσο μιλούσε σοβαρός αλλά και λιγάκι αφηρημένος γιατί συγχρόνως σκεφτότανε. Ακολούθησε μια μεγάλη παύση στη διάρκεια της οποίας ο Βασίλης σηκώθηκε, τεντώθηκε, έσκυψε κι΄έκοψε ένα χαμομηλάκι, μια μικρή μαργαρίτα τόση δα απ΄το γρασίδι και τήν μάδησε μετρώντας «μ’ αγαπάει-δεν μ’ αγαπάει» για την Ελευθερία- που τού βγηκε βέβαια «δεν μ΄αγαπάει» και είπε απο μέσα του, «ορίστε, δίκηο έχω, ούτε εγω την αγαπάω, να πάει να γαμηθεί λοιπόν, στ΄αρχίδια μου η Ελευθερία» και μετά πήγε και κάθησε στο παλιό στρογγυλό τραπέζι του κήπου, εκεί που τρώγανε συνήθως τα βραδάκια αλλά και κάποια μεσημέρια, άνοιξη ή φθινοπωράκι, κάτω απ΄τη σκιά της κληματαριάς και μιάς μουριάς τεράστιας. Τράβηξε την παλιά άσπρη μεταλική και τόσο περασμένης μόδας «φέρ-φορζέ» πολυθρονίτσα με το μαξιλαράκι στον πισινό και στην πλάτη, κάθησε και πήρε στα χέρια του την παλιά τράπουλα της γιαγιάς με την οποία η Ειρήνη έριχνε πασιέντζες άμα βαριότανε πάρα πολύ και ενω μιλούσε, μηχανικά, την ανακάτευε. «Ακου Στέφανε», είπε τελικά. «Εγω είμαι περαστικός απο δώ, απ΄αυτόν τον πλανήτη, έτσι αισθάνομαι, δεν ξέρω πως το βλέπεις εσύ. Πιστεύω σε κάτι πολύ μεγαλύτερο, ευρύτερο, αιώνιο ας το πούμε, μέρος του οποίου είμαστε όλοι και όλα σε όλο το σύμπαν. Είμαι του άλλου κόσμου, απο κάπου έρχομαι και κάπου πάω, έχω πολύ δρόμο ακόμα. Και πιστεύω πως είτε το ξέρουν είτε δεν το ξέρουν, όλοι οι άνθρωποι σ’ αυτόν τον πλανήτη – και όχι μόνο οι άνθρωποι – βρίσκονται εδω για να εξυπηρετήσουν το ευρύτερο, μεγαλειώδες συμπαντικό σχέδιο – που δεν έχω ιδέαν τι μπορεί να είναι, βέβαια. Αλλά είμαι ας πούμε «μεταφυσικός» ανθρωπος, έχω διασυνδεση με τον αόρατο, και το εχθρικό και το άλλο, αυτό που με ενισχυει στον αγώνα μου. Αλλά δεν είμαι καμμιά θεούσα ούτε λέω «θαύμα, θαύμα, ήπια αγίασμα απ΄την αγιά Μαρκέλλα και γιατρεύτηκα απο τερματικό καρκίνο». Δεν μ΄αρέσουν αυτά. Πιστεύω αντίθετα οτι όταν συμβαίνουν άλματα στην ιστορία της ανθρωπότητας, το άνω τερματικό «στέλνει» τις νέες πληροφορίες του μαζι με όλες τις δυνατότητες αποκρυπτογράφησης τους, ώστε με εργασία, χρήση του εγκεφάλου μας και των σύχρονων εργαστηριακών δυνατοτήτων που έχουν εξελιχτεί πια σε σημείο ασυληπτο, το υλικό που «κατεβαίνει» απο εκεί απάνω με ένα γερό μεταφυσικό «download» στον σκληρό του εγκεφάλου μας να μπορει να μας ανοίξει πόρτες μέχρι τώρα κλειστές. Ξέρω. Μπορεί ν΄ακούγονται γελοία και υπερφύαλα αυτά που λέω, έτσι όμως βγαίνουν απ΄το στόμα μου, σχεδόν μόνα τους, σχεδόν δεν σκέφτομαι τι λέω. Μιλάω σαν μικρομέγαλος το νοιώθω, αλλά αυτά που λέω είναι αυτά που σκέφτομαι, μου τα υπαγορεύει το μυαλό μου να τα πω και οφείλω να το υπακούσω. Εζησα ένα θαύμα, γι΄αυτό εγω προσωπικά , ο Βασίλης Μοιράκογλου, δεν έχω καμμία πολύτως αμφιβολία. Αλλά αυτού του είδους τα «θαύματα» κατα τη γνώμη μου οφειλουν να ερευνούνται και επιστημονικά -στα εργαστήρια και την μελέτη. Υπάρχει μέσα στο σώμα μου ένα πανίσχυρο φάρμακο που όχι μόνο δεν έχει εντοπίσει η παγκόσμια ιατρική οικογένεια, αλλά δεν σκέφτηκε καν να το «ψάξει». Εγω φιλε ευχαρίστως προσφέρομαι για «πειραματόζωο» για να προχωρήσετε, να κατανοήσετε αυτό που μου συνέβη και να το εξηγήσετε – πρός όφελος της επιστήμης και της ανθρωπότητας. Αν θελεις μπορείς να το ανακοινώσεις και επισήμως. Μπορεί να κρύβω μέσα μου το φάρμακο κατα του καρκίνου που, επιτέλους, ήρθε «απο πανω» μετά από τοσα και τόσα χρονια. Μπορεί και όχι. Ψαξτε με, ερευνήστε με, ταλαιπωρειστε με, δε με νοιάζει καθόλου, αρκεί που υπάρχει έστω και μια ελάχιστη πιθανότητα να βγάλετε μια άκρη επιτέλους. Και δεν βγάζω την ουρά μου απέξω, ούτε σας πετάω το μπαλάκι. Ηδη έχω αποφασίσει ότι θα πάω στρατό να ξεμπερδεύω με την υποχρέωση το συντομώτερο, ενώ θα τακτοποιώ συγχρόνως τα κάπως περίπλοκα κληρονομικά μου και, μετά, θα έρθω στηυν Νέα Υόρκη και θα σπουδάσω Ιατρική και θα ειδικευθώ στον καρκίνο – αν μέχρι τότε δεν έχει λυθεί αυτός ο γρίφος και δεν έχει νικηθεί ο εχθρός αυτός κατά κράτος. Αν, και μακάρι να συμβεί αυτό, μέχρι να τελειώσω εγω την Ιατρική έχουμε ήδη νικήσει τον καρκίνο, θα ακολουθήσω άλλη ειδικότητα. Αλλά θα γίνω γιατρός. Σώθηκα από βέβαιο θάνατο και θα ζήσω βοηθώντας όσο περνάει απ΄το χέρι μου και άλλους ανθρώπους να ξεπερνάνε προβλήματα Ιατρικά. Για να μην σου πώ πώς ήδη «γιατρός» αισθάνομαι. Δεν με ενδιαφέρει τίποτε άλλο περσσότερο από την Ιατρική». Ο Στέφανος δεν του απάντησε, προχώρησε και μπήκε ξανά στη θάλασσα και μ΄ένα μακροβούτι απομακρύνθηκε αρκετά απο τα ρηχά και ξανοίχτηκε κολυμπώντας πρός το απέραντο πέλαγος που σ΄έκείνα τα χιλιόμετρα του Σαρωνικού που πλησιάζουνε το Σούνιο, μοιάζει να μην έχει πουθενά τέλος. Γαλάζια θάλασσα και γαλάζιος ουρανός και μιά αδιόρατη, αχνή, δυσδιάκριτη γραμμή να τα χωρίζει. Κολυμπούσε χαλαρά, το απολάμβανε και συγχρόνως σκεφτότανε. Ο ίδιος δεν είχε καταφέρει να φτιάξει μια αληθινή ζωή, δική του, μια οικογένεια δηλαδή, να ζεί με μια γυναίκα και νάχει παιδιά που να «στηρίζουν» τον επαγγελματικό (ή μάλλον «ποιητικά επιστημονικό» αγώνα του). Απο μικρό παιδί ήθελε να γίνει γιατρός. Είχε γεννηθεί στη Μάνη το 78 απο γονείς ευκατάστατους αλλά όχι πλούσιους. Είχαν χωράφια και ακίνητα όμως, και στην περιοχή όλο και περισσότερο ξένοι καταφθάνανε, μετά την χούντα πιά, και αναζητούσαν τίς «ευκολίες» που είχαν συνηθίσει στα άλλα τους ταξίδια. Η μητέρα του ήταν ένα πολύ τρυφερό και ευγενικό πλάσμα “της αριστεράς”, καλλιεργημένη και ειλικρινής (πάνω απ΄όλα αυτό θάυμαζε στην Εύη ο Στέφανος, την ψυχική της καθαρότητα) και ο πατέρας του ένας ευαίσθητος “αντιδεξιός” ορθολογιστής με παιδεία και ανοιχτό μυαλό. Αγαπιόντουσαν και δεν παρασύρθηκαν ποτέ απο τίς παλαβωμάρες της δεκαετίας του 80, τα παχιά λόγια, τίς δήθεν «ιδεολογίες» και την «πάρτα όλα» πολιτική του ΠΑΣΟΚ που εφάρμοζε, δυνατός και με τεράστιο λαϊκό έρεισμα, ο Ανδρέας Παπανδρέου εκείνα τα χρόνια. Τον ψηφίζανε βέβαια γιατί νοιώθανε πως αυτό που ονομαζότανε όλο μαζί «δεξιά» και είχε επι πολλά χρόνια ταλαιπωρήσει την Ελλάδα με την έπαρση του «νικητή» ενός εμφυλίου πολέμου, έπρεπε κάποτε να φύγει για να ισσοροπήσει επιτέλους κάποτε η ζυγαριά. Φροντίσανε όμως και επενδύσανε στίς ίδιες τις ιδιοκτησίες τους στην περιοχή, που δεν ήταν λίγες, με διάφορους τρόπους: Ενα μικρό ξενοδοχείο με 9 δωμάτια στην αρχή μαζί με ένα μαγαζί με τουριστικά, ύστερα ακόμα ένα ξενοδοχείο πιό οργανωμένο και προσοδοφόρο χάρη στην εμπειρεία που είχαν αποκτήσει απο το πρώτο, εκμετάλευση των ελαιώνων με παραγωγή εξαιρετικού λαδιού που πήγαινε κατ΄ευθείαν για εξαγωγή, ένα μικρό τουριστικό γραφείο για την εξυπηρέτηση των ξένων που θέλανε να εξερευνήσουνε την ευρύτερη περιοχή με τη οργάνωση ομαδικών εκδρομών, μια εξαιρετική οικογενειακή ταβέρνα με προσιτές τιμές και υψηλή ποιότητα, ενοικιάσεις μικρών σκαφών, και ολιγοθέσιων πούλμαν κ.λ.π σε γκρουπάκια ξένων που θέλανε να ζήσουνε την ελευθερία της «εξερέυνησης» - και άλλα πολλά. Μέχρι και ένα θαυμάσιο σαπούνι έφτιαχνε η μάννα του (σε μια μικρή βιοτεχνία που έστησε) με βάση βέβαια το ελαιόλαδο, αλλά σε «συσκευασία» που έφτανε μέχρι τα καλά «βιολογικά» μαγαζιά της Ευρώπης. Εκτός απο τον Στέφανο που γεννήθηκε το 1979, το ζευγάρι είχε άλλα δυό, μικρότερα, παιδιά, τον Στράτο (Ευστράτιο επισήμως) πού ήτανε σήμερα 24 και την Φωτεινούλα που μόλις είχε κλείσει τα δεκαοκτώ. Ο Στέφανος είχε έξη χρόνια διαφορά με τον Στράτο ο οποίος είχε μπεί με τα μπούνια απο μικρός στίς οικογενειακές επιχειρήσεις και έδειχνε μεγάλο ενθουσιασμό με το αντικείμενο και δώδεκα με την Φωτεινή που ήδη ζούσε στην Αθήνα και ήτανε πρωτοετής στην σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Εκείνος όμως απο μικρός, δέκα χρονών ας πούμε, δώδεκα το πολύ, είχε πάρει την απόφασή του : Ηθελε να γίνει γιατρός, ερευνητής, χειρουργός και μάλιστα ογκολόγος – και τίποτε άλλο. Αυτό ήτανε το όνειρό του και όταν επέτρεπε στον εαυτό του να ξεχνιέται απ΄τα μαθήματα και να ονειροπολεί, φανταζότανε τον εαυτό του να πηγαίνει στην Αμερική για σπουδές. Δεν τού είχε κατέβει η ιδέα έτσι, εντελώς αστήρικτη, είχε στενούς συγγενείς στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, στενούς και αγαπημένους. Ο αδερφός του πατέρα του, ο θείος ο Χαράλαμπος που ήταν και νονός του και του είχε ιδιαίτερη αδυναμία, ζούσε με την οικογένειά του στην Αστόρια της Νέα Υόρκης τουλάχιστον έξη-εφτά χρόνια πρίν γεννηθεί ο Στέφανος και είχε μεταναστεύσει εκεί γιατί εκεί ήταν και ο αδερφός του παππού τους (του Αλέκου, που ζούσε μαζί τους στη Μάνη), «ο παππούς ο Στέφανος» όπως τον λέγανε όλοι στην οικογένεια – κι’ ας μην ήτανε πραγματικός παππούς τους. Το δικό του όνομα είχε πάρει και ο δικός μας Στέφανος, παρ΄όλο που κανονικά, ως πρώτο αγόρι, θάπρεπε να βαφτιστεί Αλέξανδρος, σαν τον αλήθινό παππού του τον Αλέκο. Αλλά επειδή ο μπαρμπα-Στέφανος εκεί στην Αστόρια είχε γεράσει πιά πολύ και ίσως να μην προλάβαινε να δεί εγγόνι απ΄τα δικά του τα παιδιά, συμφώνησε όλη η οικογένεια και ο βαφτίστηκε Στέφανος ο δικός μας Στέφανος - και το όνομα «Αλέξανδρος» το κληρονόμησε στην κολυμβήθρα ο δεύτερος γυιός, ο Αλέκος δηλαδή, ο αδερφός του - που «ήρθε» μετά από έξη χρόνια. Μια μικρή «ανατροπή» της παράδοσης που εξυπηρετούσε όμως την αγάπη και την ουσία της. Αυτός «ο παππούς ο Στέφανος» λοιπόν, πρίν από πέντε-έξη δεκαετίες είχε καταφέρει να φτιάξει ένα απο τα καλύτερα παντοπωλεία της Ελληνικής αυτής γειτονιάς του «Ευρύτερου Μανχάτταν», την Αστόρια δηλαδή, το οποίο με τα χρόνια επεκτάθηκε και αυτό σε Greek Tavern (αντιστοίχου ποιότητας με το εστιατόριο της Μάνης), με πολύ μεγάλη επιτυχία. Και μετά, από παιδιά κι΄εγγόνια, δημιουργήθηκε και ένα καθόλου ασήμαντο τουριστικό γραφείο για την εξυπηρέτηση των, αεροπορικών πιά, πήγαιν-έλα της Ελληνικής παροικίας όπως και ένα «δικηγορικόν γραφείον» σοβαρότατο, το οποίο ίδρυσε μετά από πολύ καλές και prestigious σπουδές ο αδερφός του νονού του, αγαπητός δικηγόρος των Ελλήνων της Αστόρια, ο Λάζαρος. Ετσι με την επιμονή του και το όνειρό του για σημαία και λάβαρο, ο Στέφανος αποβιβάστηκε στα 13 του το 1992 στο JFK, φιλοξενήθηκε σπίτι του νονού του περιτριγυρισμένος απο την αγάπη και την στοργή όλης της οικογένειας (που ήταν μια μεγάλη και αγαπημένη, σαν ζεστή αγκαλιά Ελληνοαμερικάνικη οικογένεια), τέλειωσε το Ελληνικό σχολείο παρακολουθώντας συγχρόνως εντατικά μαθηματα Αγγλικών και, όσο μεγαλωνε, ειδικά courses που σε προετοιμάζανε για την ανώτατη πιά κλίμακα των σπουδών που είχες διαλέξει να ακολουθήσεις. Μπήκε, αφού σκοτώθηκε στο διάβασμα, στα 18 του χρόνια στο NYU School of Medicine και απο εκεί και πέρα δεν σήκωσε κεφάλι. Μόνο οι σπουδές του, η μελέτη, τα εργαστήρια, οι έρευνες και οι νέες ανακαλύψεις, όλα όσα σχετίζονταν με την ιατρική γενικά (με την οποία είχε πραγματικό πάθος) αλλά και με τον καρκίνο ειδικότερα, τον ενδιέφεραν. Δεν ήταν ούτε μονόχνωτος, ούτε κλειστός, ούτε αντικοινωνικός, ούτε τίποτα το «παραδοξο» ή υπερβολικό. Είχε φίλους, έβγαινε με κορίτσια (χωρίς όμως να έχει ποτέ του ερωτευτεί ή να φτιάξει κάποια πιό σταθερή και μεγάλη διάρκειας σχέση), έκανε πολλά σπόρ, ήταν πολύ γερός στο μπάσκετ, πρόσεχε την διατροφή του, πήγαινε κάθε μέρα για μια ώρα στο κολυμβητήριο (έστω και βράδυ, πρίν τον ύπνο καμμιά φορά ή νωρίς το πρωϊ, πρίν το πρωϊνό του γεύμα) και τα καλοκαίρια, αφου δεν υπήρχε οικονομικό πρόβλημα και ο Στέφανος έτσι κι΄αλλοιώς δεν ξόδευε όλο το χρόνο παρά τα απαραίτητα, πήγαινε για ένα δίμηνο περίπου στη Μάνη στούς δικούς του που τον περιμένανε πως και πώς και τον είχαν στα ώπα-ώπα. Η Εύη φέτος θα έκλεινε τα 52 και ο Αλέξης τα 55. Εχοντας τρία παιδιά με έξη χρόνια διαφορά το ένα απ΄τ΄άλλο, είχαν ασχοληθεί με το καθένα χωριστά τα πρώτα χρόνια του κάθε παιδιού και αυτό «έβγαινε» στίς σχέσεις που είχανε μαζί τους. Ηταν μια πολύ αγαπημένη οικογένεια, χωρίς καυγάδες και ανταγωνισμούς και ζήλειες, μια ευτυχισμένη οικογένεια θα μπορούσε κανείς να πεί αν δεν φοβότανε στίς μέρες μας να χρησιμοποιήσει ελέυθερα την λέξη «ευτυχία». Ξεχασμένος μέσα στο πέλαγος, κολυμπώντας μαζί με τίς αναμνήσεις του και τα αισθήματά του για την οικογένειά του, ανάλαφρος και ευγνώμων για την καλή του τύχη που τον προστάτεψε απο τίς τόσες δυσκολίες που περνάνε οι περισσότεροι άνθρωποι, επιπλέοντας ανάσκελα ξαπλωμένος στην επιφάνεια του νερού – δεν φυσούσε ούτε ένα μποφοράκι και η θάλασσα ήταν λάδι – άκουσε απο μακρυά τη φωνή του νεαρού του φίλου και «επανήλθε». «Ε, Στέφανε», φώναζε ο μικρός, «πως την είδες τη δουλειά, εκεί θα μείνεις;». Συγχρόνως έμπαινε και ο ίδιος για μια σύντομη βουτιά κι΄έτσι συναντηθήκανε σαν αμφίβια μεσα στο γαλάζιο και βγήκανε μαζί στην παραλία όπου τα σπρίγκρολς είχαν κρυώσει αλλά η Ειρήνη επέμενε πως είναι πιό νόστιμα έτσι γιατί δεν είχαν βούτυρα και λίπη, λιγό ελαιόλαδο και φρέσκα λαχανικά. «Θα τα φάτε και θα πείτε κι΄ενα τραγούδι» τους είπε μόλις τους είδε να τα περιεργάζονται διστακτικοί. «Εγω τα τρώω και την επομένη, απ΄το ψυγείο. Λουκούμι. Οχι τώρα που είναι ακόμα χλιαρά». Και με το μπλέ-σιέλ ολόσωμο μαγιό της, προχώρησε και εκείνη πρός την πλατειά γαλάζια θάλασσα να κολυμπήσει λίγο πρίν το φαϊ. Ητανε βέβαια δεινή κολυμβήτρια. Σ΄αυτό το σπίτι που είχε ζήσει τα πρισσότερα χρόνια της ζωής της, ελάχιστες ήταν οι μέρες του χρόνου που δεν έμπαινε στη θάλασσα να την κολυμπήσει για κάνα μισάωρο – για λόγους υγείας πρωτίστως. Ητανε χειμερινή κολυμβήτρια φυσικά, δηλαδή δεν σταματούσε να κολυμπάει σχεδόν κάθε μέρα όλο το χρόνο, βρέξει-χιονίσει, χειμώνα-καλοκαίρι. Ενοιωθε πως αυτό της έδινε ζωή, της χάριζε χρόνια και την κρατούσε όρθια και χρήσιμη. Ο Βασίλης με τον Στέφανο ξαπλώσανε να στεγνωσουνε και να την περιμένουνε. «Θα κάνει το μισαωράκι της και μετά πάμε μέσα να φάμε, βλέπω έχουν στρώσει στο τραπέζι της κουζίνας το πρόχειρο, γιατί εδω έξω θα μας βαρέσει ο ήλιος και δεν είμαστε και στην καλύτερη φόρμα – εγω εννοώ δηλαδή!». Δίπλα-δίπλα ξαπλωμένοι στίς ξαπλώστρες της γιαγιάς, μοιάζανε περίπου συνομίληκοι. Ο Βασίλης ακόμα κάπως ταλαιπωρημένος απ΄όλη αυτή την εκδρομή στην κόλαση μετ΄επιστροφής, δεν είχε ακόμα εντελώς συνέλθει και έδειχνε μεγαλύτερος. Δεν είχε την σφριγηλή ικμάδα του 19χρονου που, σε λίγες εβδομάδες, θα επανερχόταν. Απο την άλλη ο Στέφανος δεν έμοιαζε τριανταενός. Εικοσι πέντε, ίσως και εικοστριών θα μπορούσες να τον κάνεις. Η τόσο τακτική ζωή του, η διατροφή του, το απόλυτα καθαρό και φωτεινό μυαλό του που ούτε ήξερε τι είναι η πονηριά και η κακία, μαζί με την έμφυτη θετικότητα που ήταν το βασικό του χαρακτηριστικό, τον έκανε να μοιάζει πιό πολύ «παιδί» παρά «ώριμος άντρας τριαντάρης» με τόσα διπλώματα και Phd και δημοσιεύσεις και εργασίες. Και όμως ήταν ήδη καθηγητής και επικεφαλής δικού του τμήματος έρευνας στο Memorial. Λές και διάβαζε τη σκέψη του ο Βασίλης και ρώτησε, «οικογένεια δεν σ΄ενδιαφέρει να κάνεις; Πως και δεν έχεις παντρευτεί ακόμα;». Ο Στέφανος απάντησε αυθόρμητα και ειλικρινά. «Ούτε που το έχω σκεφτεί ποτέ μου σοβαρά. Είμαι τόσο απασχολημένος με τη δουλειά μου, μ΄αρέσει τόσο πολύ αυτό που κάνω, ώστε μονο κάποιες ειδικές στιγμές πιάνω τον εαυτό μου να αναρωτιέται «τι θέλω να κανω» - αν θέλω δηλαδή να ζήσω μια ζωή μοναχική αφιερωμένη στην επιστήμη και την έρευνα ή αν πρέπει να την υποστηρίξω αυτή την ζωή με μια κανονική, ανθρώπινη καθημερινότητα, έρωτα, αγάπη, σέξ, παιδιά, συγγενείς – όλα αυτά….». Μια πάυση έμεινε να κρέμεται πάνω απο τα ξαπλωμένα κάτω απ΄τον καυτό ήλιο κορμιά τους. «Καί;», επέμεινε ο Βασίλης. Ο Στέφανος γέλασε με την επιμονή «του μικρού» στην ερώτηση, αλλά απάντησε ειλικρινά και ανάλαφρα. «Και νομίζω οτι δεν θέλω γυναικα και παιδιά. Πρώτη φορά το λέω αυτό. Οχι σε άλλον – και στον εαυτό μου τον ίδιο. Δεν την έχω πεί ποτέ αυτή τη φράση. Αλλα να που την είπα : Οχι φίλε. Δεν θέλω γυναίκα και παιδιά. Θέλω να γίνω ένα γεροντάκι 100 χρονών που θα πηγαίνει κούτσα-κούτσα στο εργαστήριο και θα ενημερώνεται καθημερινά, μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής του αν είναι δυνατόν, για ότι καινούργιο έχει συμβεί στην Ιατρική – και ειδικά στα ζητήματα του καρκίνου. Αν δεν τον έχουμε εξολοθρεύσει μέχρι τότε», είπε και σηκώθηκε λίγο απότομα. Τον είχε αρπάξει ο ήλιος και ήτανε πολύ όμορφος, μ΄ένα χαμόγελο απερίγραπτης εσωτερικής ηλιοφανειας και τα χέρια στη μέση. «Τον καρκίνο θα τον φάει η ασημένια μου νανοσταγόνα, πίστεψέ με, ξέρω τι σου λέω», είπε λίγο φωναχτά, λίγο θεατρινίστικα ο Βασίλης σαν “σοφός επιστήμων”, κουνώντας το δάχτυλο αυστηρά μπροστά στη μύτη του Στέφανου, για να κάνει και λίγη πλάκα. «Τον κυνήγησε ανελέητα και τον έτρεψε σε φυγή μέσα στο ίδιο μου το σωμα! Κάτι έμαθα κι΄εγώ απ’ αυτή την ιστορία! Αλλά πρέπει να πέσετε με τα μούτρα, εσύ προσωπικά πρώτος απ΄όλους και όσοι άλλοι ενδιαφερθούν να σε στηρίξουν, για να εντοπίστεί απο τι «υλικό» είναι φτιαγμένο αυτό το απειροελάχιστο τσίμπημα που ένοιωσα, αυτό το χιλιοστό του δευτερόλεπτου της έκλαμψης που, αμέσως, ακαριαία, έφερε την καλπάζουσα πιά ίαση”. Μια παράξενη σκέψη, πολύ στιλπνή και ποιητικά αρθρωμένη, βγήκε με τη μορφή “απλής κουβέντας” απο το στόμα του Στέφανου. “Πρέπει να εντοπιστεί ο αντικατοπτρισμος στον υλικό κόσμο αυτής της «πνευματικής» παρέμβασης που έγινε μέσα σου, πιθανότατα για να μας εμπλουτίσει με νέες γνώσεις. Δεν μπορούμε να τα βάλουμε κάτω μικρέ, έχεις δίκηο. Δεν μπορούμε να συνεχισουμε να ζούμε σαν μην έχουμε λάβει αυτό το νεο «σήμα» απο το «ανω τερματικό». Η Ειρήνη έβγαινε απ΄τη θάλασα και τυλιγμενη στη πετσέτα της είπε γενικά, χωρις να ξερει τι κουβεντιάζανε, «πάω για ένα βιαστικό ντούς και θα σας βρώ στήν κουζίνα. Είπα στην Μύριαμ να στρώσει εκεί να μη μας γκαγκαδιάσει ο ήλιος, βαράει κατακούτελα σήμερα». «Θα ντυθούμε;» ρώτησε ο Στέφανος απο ευγενεια και ο Βασίλης του απάντησε αμέσως, «όχι ρε σύ, έτσι με τα μαγιό μας, καμμιά ντοματοσαλάτα με κάπαρι που μ΄αρέσει θα μας έχουν φτιάξει, ωραίο φρεσκο ψωμί με πολύ σουσάμι, φέτα, και μάλλον καμμια ομελέττα υποψιάζομαι - αν υπάρχουνε φρεσκα αυγά». Καθώς προχωρούσανε πρός την κουζινα σιγά-σιγά, χαλαροί, σκεφτόντουσαν και οι δύο το ίδιο πράγμα. Πως είχανε μπροστά τους εναν πολύ δύσκολο δρόμο και, συγχρόνως, πως δεν θα χωρίζανε ποτέ. Μαλλον εκείνη την ημερα, χωρίς να το αρθρώσουνε καθαρά σα σκέψη, καταλάβανε πως δεν θα μπορούσε να ζήσει ο ένας χωρις τον άλλον απο δω και πέρα. Ο Βασίλης αναστέναξε με ένα τεράστιο χαμόγελο που απλωνότανε απο μέσα του, στο πρόσωπό του και στον ουρανό, σαν ουράνιο τόξο. Μίλησε ήσυχα καθαρά και σοβαρά, καθώς προχωρούσανε μαζί προς την κουζίνα, χωρίς να κοιάζει τον Στέφανο. «Και σαν να μην μου φτάνουν όλα αυτα που μου συμβαίνουν ξαφνικά, έχω και μια πολύ σοβαρή, σε οικονομικά μεγέθη εννοώ, κληρονομιά να διαχειριστω και ο Χριστός τόχει πεί καθαρά : «Αν θέλεις να με ακολουθήσεις, πούλησε τα υπάρχοντά σου, μοιρασέ τα όλα στούς φτωχούς – και προχώρα…». Ο Στέφανος γύρισε και τον κοίταξε μ΄ένα βλέμμα πολύ φωτεινό – παρα το σκεφτικό του ύφος που ζωγραφιζότανε στο πρόσωπό του κυρίως απο τα φρύδια του που χαμηλώσανε και σμίξαν και τίς ζάρες που σχηματίστηκαν στό μέτωπό του καθώς απλωνότανε στο πρόσωπό του ένα πολύ πλούσιο, γενναιόδωρο, πλατύ χαμόγελο αυθεντικού θαυμασμού γι’ αυτό που είχε ακούσει. Αφησε λίγο χρόνο να περάσει, κάτσανε ο ένας απέναντι στον άλλον στο πρόχειρα στρωμμένο τραπέζι της κουζίνας αφίνοντας τη θέση της «κεφαλής» για την Ειρήνη που δεν είχε ακόμα κατέβει απο το ντούς της και αρπάζοντας το ολόφρεσκο ψωμί στα χέρια του, σαν τον Χριστό στο Μυστικό Δείπνο (αυτή η εικόνα ήρθε στο μυαλό εκείνη τη στιγμή), έκοψε χωρίς μαχαίρι βέβαια μια μεγάλη γωνία για τον εαυτό του και πέρασε στον Βασίλη το καρβέλι. «Ναί», είπε ανοίγοντας ένα τενεκεδάκι παγωμένη μπύρα με αργές κινήσεις. Αυτό ακριβώς είπε,όπως το λές. : «Αν θέλεις να με ακολουθήσεις, πούλησε τα υπάρχοντά σου, μοιρασέ τα όλα στούς φτωχούς – και πάμε». Ηπιε μια γουλιά απ΄τη μπύρα του, την ακούμπησε στο τραπέζι και με το δεξί του χέρι ακούμπησε τρυφερά τον Βασίλη στον ώμο. «Δεν θα πάς μόνος σου όμως. Μαζί θα πάμε». Την ώρα εκείνη έφτασε και η Ειρήνη και κάθησε στη θέση της και σερβιρίστηκε πρώτη σαλάτα (ναί, ντομάτα ξεφλουδισμένη με κάπαρι, λαδάκι, κρεμμμυδάκι, λίγο αλατάκι και μια σχεδόν ανεπαίσθητη τσιμπιά ρίγανη απο τον κήπο). Η φέτα ήτανε αμβροσία, αλμυρη και σκληρη όσο έπρεπε. Και τα αυγά δεν ήταν όμελέττα, ήτανε αυγά μάτια τηγανισμένα σε ελαιόλαδο – με μια πιατέλλα φρεσκοτηγανισμενες πατάτες, καθαρισμένες πρίν δυό ώρες, τραγανές και απερίγραπτα νόστιμες. Τα παιδιά ρώτησαν την Ειρήνη αν θα μπορούσαν να θεωρήσουνε
το σπιτι της έδρα τους για τις επόμενες μέρες, ώστε, τουλάχιστον τα βράδυα, να επιτρέφουν στον μικρό αυτόν παράδεισο. «Δεν μπορώ να ακούω χαζές ερωτήσεις», απάντησε η Ειρήνη. «Φυσικά εδω είναι το σπίτι σας. Εκτός και αν θέλετε να κλέιστε καμμιά σουϊτα, ή καμμιά καμπανα με υπερκχυλύζουσα πισίνα και τζακούσι στο Lagonisi Resort». Τα παιδιά γελάσανε και μετα απο –λίγο-παγωτό, προχωρήσανε στα δωμάτια τους για την απογευματινή τους σιέστα. Ο Στέφανος είχε να απαντησει και σε δεκάδες mail που ειχαν μαζευτεί στο inbox του, αλλά αυτό θα τόκανε μετά το απογευματινό-βραδυνό κολύμπι. Ευτυχώς το σπίτι της Ειρήνης ήταν εξοπλισμένο με wireless σύνδεση – άρα δεν υπήρχε κανένα απολύτως πρόβλημα (πρός το παρόν). Το μόνο «πρόβλημα», αν μπορεί κανείς να το χαρακτηρίσει έτσι, ήταν οτι ο Στεφανος καθώς ξάπλωνε στο κρεββάτι του, συνηδητοποιούσε συγχρονως πως μαλλον ήταν ερωτευμένος με τον Βασίλη. Οχι όμως σωματικά. Δεν ήθελε να κάνει ντε και καλά σεξ μαζί του. Ηταν όμως ερωτευμένος, τόνοιωθε μέσ΄στο στήθος του, στην κάθε ανάσα του, δεν μπορούσε να είναι τίποτα άλλο αυτό, μόνο έρωτας. Αλλά- με έναν άλλον τρόπο, παράξενο. «Ισως αυτός να είναι ο Πλατωνικός έρωτας», σκέφτηκε αγκαλιάζοντας σφιχτά το μαξιλάρι του. «Ελληνική εφεύρεση εξ’ αλλου, μόνο Ελληνική και μόνο για σχέσεις μεταξύ ανδρών». Την ίδια στιγμή το ίδιο συνέβαινε και στο άλλο δωμάτιο, εκεί όπου είχε πάει ο Βασίλης, είχε κλείσει όλα τα πατζούρια, είχε ανάψει το air-condition και είχε ξαπλώσει ανάσκελα κοιτάζοντας το λευκό, ξύλινο, ταβάνι. Εντελώς απότομα - και απροσδόκητα - ο Βασίλης συνηδητοποίησε με μια φλασιά οτι δεν θα μπορούσε να ζήσει πιά χωρίς τον Στέφανο - και αυτό τον έκανε να νοιώσει για πρώτη φορά στη ζωή του πολύ δυνατός και αποφασισμένος για όλα - “για πάν έργον αγαθόν” πάντα, όχι για μαλακίες.

25/08/2009 22:10 by zardav Posted in Uncategorized | No Comments

Ο “Βασίλης” κεφάλαιο “Φ”

21/08/2009 23:54 by zardav Posted in Uncategorized | No Comments

Ο “Βασίλης” κεφάλαιο “Υ”

0:10 by zardav Posted in Uncategorized | No Comments

Ο “Βασίλης”, κεφάλαιο “Τ”.

13/08/2009 23:30 by zardav Posted in Uncategorized | No Comments

Ο “Βασίλης” κεφάλαιο “Σ”

12/08/2009 23:50 by zardav Posted in Uncategorized | No Comments

« older posts next posts »

Lastest Posts

  • Δευτέρα 15 Μαρτίου 2010 : Η Ασημένια Σταγόνα στα βιβλιοπωλεία.
  • Blog, Facebook, www.protagon.gr : Σκέψεις!
  • Κωνσταντινούπολις 7 Σεπτεμβρίου 2009 με τον Φιλιππάκο!
  • Ο “Βασίλης”, κεφάλαιο “Ω” : ΤΕΛΟΣ.
  • Ο “Βασίλης”, κεφάλαιο “Ψ”.

    Blogroll

  •