Ο “Βασίλης”, κεφάλαιο “Ω” : ΤΕΛΟΣ.
Ωραία : Ο Βασίλης πήγε στρατό τον Σεπτέμβριο και μετά τις πρώτες τρείς-τέσσερις πιο «δύσκολες» εβομάδες, τακτοποίησε το πρόγραμμά του έτσι ώστε να μπορέσει παράλληλα με τον στρατο να ξεκαθαρίσει όλα τα «κληρονομικά» έτσι ώστε με το πέρας της θητείας του να μπορέσει να φύγει αμέσως για την Νέα Υόρκη, να βρεί τον Στέφανο και, με την καθοδήγησή του, να ξεκινήσει τις σπουδές του στην Ιατρική. Στο μεταξύ ο Ηλίας, μετά από ένα «δεκαπενθήμερο του μέλιτος» που πέρασε με την «σύντροφό του» πιά την Αννα, εκεί στην Μύκονο, στα παλιά λημέρια της αγαπημένης του, γύρισε μαζί της στην Αθήνα και έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά του – που ήταν ο εντοπισμός και η καταγραφή οικογενειών ή μεμονομένων περιπτώσεων ασθενών που είχαν άμεσες και σοβαρές ανάγκες, ώστε να διευκολυνθεί ο Βασίλης να διοχετεύσει το πολύ χρήμα που κληρονόμησε εκεί που υποδύκνειε, με χίλους τρόπους και μεθόδους ανεξερεύνητους ακόμα, το «ανω τερματικό» στον απεσταλμένο του. Η Αννα ήτανε δίπλα του λαμπάδα αναμμένη και τον στήριζε, αλλά δεν ανακατευότανε στις υποθέσεις του αυτές – εκτός αν της το ζητούσε ο ίδιος. Συνέχισε τη δουλειά της και όποτε μάθαινε στο νοσοκομείο για περιπτώσεις απόρων ασθενών που έχουν άμεση ανάγκη οικονομικής βοήθειας, κατέγραφε ονόματα, διευθύνσεις, συγκεκριμένες ανάγκες και τις παρέδιδε στον Ηλία, τον άνθρωπό της. Κάποια στιγμή στα τέλη του Σεπτέμβρη πρόλαβε μια Κυριακή και φόρεσε ένα ωραίο λευκό ταγιέρ με άσπρα παπούτσια κι΄ένα όμορφο καπελάκι μ΄ένα βέλο από τούλι να πέφτει απαλά μπροστά στο ακόμα όμορφο, φωτεινό πρόσωπό της, και πήγε με τον κοστουμαρισμένο στην τρίχα Ηλία της και παντρευτήκανε (με κουμπάρο τον Βασίλη) στην εκκλησία του αγίου Φιλίππου στο Θησείο όπου ο ιερέας ήταν παλιός και καλός φίλος – πρώην «ασθενής» της και αυτός, απ’ αυτούς που είχαν πλήρως ανακάμψει και συνέχιζαν τον αγώνα τον καλό. Φυσικά ηταν εκεί και η Ειρήνη και η Μυριαμ και η Μίρκα (χωρίς τον Δημήτρη αφού δεν τον είχε γνωρίσει ακόμα, ντυμένη στα μαύρα λόγω πένθους αλλά φανερά ευχαριστημένη), ο γυιός της ο Θανάσης με την νύφη της την Αριάννα και το αβάφτιστο ακόμα εγγονάκι της, χαρούμενοι και οι δυό και γελαστοί που η “μαμά” παντρευόταν επιτέλους, έστω και “γιαγιά” πιά, στα 58 της χρόνια - και ο Στέφανος που θα έφευγε ακριβώς την επομένη και είχε καθυστερήσει σημαντικά την επιστροφή του στη δουλειά και την Νέα Υόρκη ακριβώς για να είναι παρών σ΄αυτόν τον τόσο τρυφερό και αληθινό γάμο. Ο Βασίλης πήγε τον Στέφανο στο αεροδρόμιο και ένοιωσε πολύ μόνος επιστρέφοντας, ενώ ο Στέφανος ήδη «πετούσε». Παρηγοριότανε όμως γιατί ήξερε πως γρήγορα θα περάσουν αυτοί οι δέκα-δώδεκα μήνες και θε βρεθεί και εκείνος στην Νέα Υόρκη να μελετάει την ίδια επιστήμη με τον φίλο του – και να ζεί και μαζί του στο ίδιο διαμέρισμα. Αυτό του το είχε προτείνει ο ίδιος ο Στέφανος και του είχε δώσει πολύ μεγάλη χαρά. «Δεν χρειάζεται να κοιμόμαστε στο ίδιο κρεβάτι, έχω ένα δεύτερο δωμάτιο, με το δικό του μπάνιο, άδειο. Βάζω εκεί μέσα ότι έχει παλιώσει ή δεν αποφασίζω να το πετάξω και τα παλιά μου ρούχα που λυπάμαι να τα πετάξω είναι κρεμασμένα στις ντουλάπες. Κάτι σαν αποθήκη. Θα στο φτιάξω τέλειο, ξέρω τα γούστα σου, θα έχεις εκεί και το γραφείο σου και θα μοιραζόμαστε τη ζωή μας, την φιλία μας, τα λεφτά μας και την αγάπη μας. Οσο για τη δουλειά και τις σπουδές μικρέ, δεν έχεις να ανησυχήσεις ότι θα σε «αποσπάει» η κοινή μας ζωή. Θα έχεις την τιμή να συζείς με έναν εκλεκτό - και αυστηρό! - καθηγητή που όλοι εκτιμούν και σέβονται και ο οποίος έχει πάρα πολλά να σε διδάξει». Και, πράγματι, δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη λύση, καλύτερη συγκυρία, καλύτερη συμβίωση. Την λέξη «ερωτας» δεν την χρησιμοποίησαν ποτε ούτε ο ένας ούτε ο άλλος γιατί δεν υπήρχε κανένας λόγος- τα αισθήματά τους ήταν πολύ πιο ισχυρα από τα λόγια και το γεγονός πως ποτέ τους δεν κάνανε σέξ, ακόμα και όταν άρχισαν να κοιμούνται αγκαλιά, αρκετά χρόνια μετά, τους επέτρεπε να μην θεωρούν τους εαυτούς τυς «εραστές», τουλάχιστον κατά την τρέχουσα έννοια «της πιάτσας». Μέρα με τη μέρα τα γραφειοκρατικά, τα κληρονομικά και όλα αυτά τα «νομικά» τακτοποιήθηκαν απολύτως ενώ οι μήνες που χρωστούσε ακόμα ο Βασίλης «στην πατρίδα» όλο και λιγόστευαν. Οι παλιοί του φίλοι, με πρώτη και καλύτερη την Ελευθερία, τον είχαν ανακυρήξει «πολύ καραγκιόζη, αγάμητο και μαλάκα», αδερφή, ανέραστο, ψώνιο και όλα τα άλλα τα πολλά και χειρότερα, όσα μπορεί να φανταστεί ο νούς ενός κακού ανθρώπου, ενός ανθρώπου δηλαδή ευάλωτου στις αρνητικές, «κακές» σκέψεις. Στο internet σε κάποια blogs γινότανε πολή καζούρα με την «αγιασμένη αδερφούλα που μοιράζει τα λεφτά της στους φτωχούς» ή με τον «καθυστερημένο μαλάκα και την ανικανότητα του υπεύθυνου κράτους να ελέγξει τις παράνομες δραστηριότητές του». Δεν έκοβε αποδείξεις, λέγανε, για τα χρήματα που μοίραζε και «αυτό στερούσε το κράτος από μέρος αυτών των χρημάτων που εδικαιούτο ως παράβολα και φόρους μεταβίβασης κ.λ.π» – και ας είχαν πληρωθεί μέχρι τελευταιού ευρώ όλοι οι φόροι κληρονομίας. Ο πόλεμος ήταν πολύς και ιδιαίτερα επιθετικός, αλλά ο Βασίλης ήταν ευτυχώς τόσο απασχολημένος με την θητεία του αφενός και την συνεχή συνεργασία του με τον Ηλία αφ’ ετέρου (δουλειά που απαιτούσε πωλήσεις ακινήτων, συμβολαιογραφικές πράξεις, δικηγόρους, αγοραστές, καταθέσεις, μεταβιβάσεις, παρακάμψεις εκατοντάδων «εκβιασμών» ή εμποδίων της λαμογιάς γενικώτερα), ώστε δεν είχε καιρό να στεναχωριέται με όλα όσα λεγόντουσαν. Είχε και τόσο γερή στήριξη από την γιαγιά Ειρήνη και τα μεγάλα της παιδιά με τις οικογένειές τους, τούς δυό θείους και τίς δυό θείες του δηλαδή, και τα παιδιά τους που ήταν αγαπημένα πρώτα ξαδέρφια του, ή ανηψια του εξ’ αιματος, από τους δυό πρώτους γάμους της γιαγιάς του, πριν παντρευτεί τον παππού-Ρένο, ώστε ούτε που προλάβαινε καλά καλά να νοιώσει τον πόνο από την δριμύτητα κάποιων επιθέσεων, των πιο δημοσίων κυρίως που γινόντουσαν στην τηλεόραση από τίς γνωστές κακιασμένες μεσημεριανές κουτσομπόλες και των δύο φύλλων, αλλά και στις “σοβαρές” εφημερίδες από γνωστούς διανοουμένους και «πνευματικούς ανθρώπους». Αυτούς τους ενοχλούσε πραγματικά πολύ η ταύτιση του Βασίλη με το “Ορθόδοξο Ανατολικό Χριστιανικό δόγμα”, τον Χριστό δηλαδή. Και τους εκνεύριζε βαθύτατα η επιμονή “του μικρού” να τα κάνει όλα “στο όνομά Του”, αποκαλώντας τον Χριστό, χωρίς να αυτολογοκρίνεται “τον μόνο αληθινό Θεό στο σύμπαν, με τη διπλή του φύση και την τριπλή του υπόσταση ως Πατέρας, Υιός και Αγιον Πνεύμα”. Δεν χρειάζεται να πούμε πως, φυσικά, ούτε που διανοήθηκε ποτέ ο Βασίλης να «προσυτιλήσει» κανέναν, ότι πίστευε αυτά που πίστευε εκείνος με δική του ευθύνη και για τον εαυτό του μόνον – ότι και αυτό αν σημαίνει. Στην σκληρή και εντατική δουλειά που έκανε, μαζί με τον Ηλία κυρίως, να εντοπίσει τους πραγματικά έχοντες άμεσες και πιεστικές ανάγκες, δεν ανακάτευε ούτε θρησκείες ούτε εθνικότητες. Γενικά ο Βασίλης δεν είχε την ικανότητα να τους διακρίνει αυτούς τους διαχωρισμούς, όλοι οι άνθρωποι του μοιάζαν ίδιοι : Ανθρωποι. Αυτό ενοχλούσε πολύ και τούς παππάδες και την “εκκλησία” που έβλεπε να πηγαίνουν μεγάλα ποσά από την περιουσία του Βασίλη σε μετανάστες, μουσουλμάνους ή Βουδιστές, Εβραίους ή Χριστιανούς άλλων δογμάτων. Αυτό τους ενοχλούσε πιο πολύ απο τίς περιπτώσεις «δηλωμένων αθέων» που βρέθηκαν να ευεργετούνται απο την δραστηριότητα του Βασίλη. Στην ουσία ήταν αυτό το “στο όνομα του Χριστού” και όχι γενικά «φιλανθρωπικό» μοίρασμα που ενοχλούσε πολύ. Γιατί ο Βασίλης δήλωνε παντού ότι αυτό που κάνει το κάνει γιατί δεν γίνεται αλλοιώς αφού έτσι λέει ο Χριστός : «Αν θέλεις να με ακολουθήσεις πούλησε τα υπάρχοντά σου και ακολούθησέ με». Εκείνος ήθελε με όλη του την ψυχή να ακολουθήσει τον Χριστό, άρα έπρεπε να την εφαρμόσει αυτήν την οδηγία. Τόσο απλά. Δεν το έκανε όμως μέσω της εκκλησίας (που θα του ήταν και απείρως πιο εύκολο να επισκεφθεί μια μέρα τον Αρχιεπίσκοπο ή τον Πατριάρχη και να τους πεί, «να, τόσα έχω, αυτά κληρονόμησα, πάρτε τα όλα»), ούτε βέβαια μέσω του κράτους ή της τοπικής αυτοδιοίκησης και των κοινωνικών υπηρεσιών τους, που δεν εμπιστευόταν. Το έκανε μέσω των οδηγιών που ελάμβανε ο ίδιος και ο Ηλίας μέσω του «άνω τερματικού», ερχόμενος σε απ’ ευθείας επαφή με τους ενδιαφερόμενους – τους στριμωγμένους στις σκληρές βιοτικές ανάγκες συνανθρώπους του. Αλλά δεν θέλω να φλυαρήσω άλλο – ήδη μάλλον σας έχω κουράσει αρκετά. «Τα λεφτά έχουν πάτο, όσα και αν είναι», λέει ένας φίλος μου – και έχει βέβαια απόλυτο δίκηο. Όταν δεν έχεις έσοδα και μοιράζεις εκατοσταριές χιλιάδες ευρώ κάθε βδομάδα σε λίγους μήνες σε ενημερώνουνε οι «ενημερωμένοι» ότι τα λεφτά τελείωσαν. Εκείνη τη μέρα, όταν του τηλεφώνησαν από την Alpha Bank (με την οποίαν συνεργάστηκε σε όλη αυτή την διαδικασία) και του κλείσανε ένα ραντεβού για να του πούν ότι δεν του έχουν μείνει ούτε πενήντα χιλιάρικα στους λογαριασμούς του, ένοιωσε μιαν ευδαιμονία απίστευτη. Το γιορτάσανε εκείνο το βράδυ στης γιαγιάς στα Λεγραινά, με τον Ηλία, την Αννα, τον Θανάση και την Αριάννα που θήλαζε ακόμα το μωράκι της και δεν το άφηνε στιγμή σε ξένα χέρια και την μεγαλύτερη κόρη της Ειρήνης, την θεία Μελίτα, που είχε πρόσφατα χηρέψει αλλά δεν φαινότανε να έχει χάσει το κέφι της. «Ισα που φτάνουνε γι’ αυτόν το ταλαίπωρο τον Ιρακινό που είχε πουλήσει το νεφρό του στους λαθρέμπορους να βρεί τα ναύλα να φτάσει ως εδώ και πρέπει να εγχειριστεί άμεσα. Τόσα θα χρειαστούν. Πενήντα χιλιάρικα», είπε ο Ηλίας καθισμένος σε μια πάνικη πολυθρόνα εξω στον κήπο, με τα πόδια του απλωμένα στο γκαζόν και την ματιά του καρφωμενη στον ουρανό με τα χιλιάδες αστερια». «Δόξα σοι ο Θεός», είπε ο Βασίλης. «Πάμε αύριο να του τα δώσουμε και μένουμε επιτέλους ταπί και ψύχραιμοι”. “Ταπί και ψύχραιμοι” πρόσθεσε η θεία Μελίτα “με όλη σας τη ζωή μπροστά σας, φορτωμένοι τόννους αγάπης, καλής ενέργειας και όρεξης για δουλειά και αγώνα». Κοιμηθήκανε όλοι στής Ειρήνης εκείνο το βράδυ και το πρωϊ ξημέρωσε Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου, του αγίου Ιερομάρτυρος Φωκά, επισκόπου Σινώπης, ο οποίος ήθλησε επι Τραϊανού το 102 μετά τον Χριστό. Εκείνη τη μέρα έγινε και η τελευταία ανάληψη από την Alpha Bank, τα λεφτά πήγανε χέρι με χέρι στην γυναίκα του Ιρακινού που είχε και τρία παιδάκια και οι λογαριασμοί κλείσανε και κυριολεκτικώς (εννοώντας τους τραπεζικούς) αλλά και μεταφορικώς, εννοώντας την εκπλήρωση της οδηγίας «πούλησε τα υπάρχοντά σου, μοίρασέ τα στούς φτωχούς και ακολούθησέ με». Από εκείνη τη μέρα και μετά ενας νέος κύκλος άρχισε για τον Βασίλη που σπούδασε Ιατρική και ακολουθεί πια το δικό του μονοπάτι, το μοναδικό «δικό του» μονοπάτι, που, ευτυχώς, προχωράει παράλληλα με εκείνο του Στέφανου. Η Αννα με τον Ηλία προχωράνε κι΄αυτοί στηρίζοντας αλλήλων τα βάρη. Και η γιαγιά-Ειρήνη, περιτριγυρισμένη από παιδιά, εγγόνια και δισσέγονα, συνεχίζει τον βίο της και ακόμα, κολυμπάει κάθε μέρα (παρ΄ότι την κουράζει πια αυτό αφόρητα). Η τελευταία μεγάλη απόφαση που έλαβε και την οποία συπλήρωσε στην διαθήκη της σε ένα επιπλέον υστερόγραφο, ήταν πως εκείνη θα χρηματοδοτούσε - και μετά θάνατον, μέσω ενός ιδύματος που είχε φροντίσει να δημιουργήσει - τις σπουδές του εγγονού της, του Βασίλη Μοιράκογλου, στις ΗΠΑ, μέχρι την ολοκλήρωσή τους και την οικονομική αυτονόμησή του, την πρόσληψή του δηλαδή σε κάποιο νοσοκομείο. Και όπως περνούν οι μέρες και οι εβδομάδες και οι μήνες και μπαίνει ξανά σε λίγο ο νέος Ελληνικός χειμώνας των αρχών του Νοεμβρίου του 2009, εγω που έγραψα αυτή την ιστορία για να μην μείνει κρυφή και για να την διαβάσουν όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι, ξέρω μετα βεβαιότητας, έχοντας και εγω κάποια πρόσβαση στο «ανω τερματικό» ότι το σύμπαν προχωρά αρμονικά και χωρίς να βιάζεται προς την ολοκλήρωσή του, προϋπόθεσή της οποίας είναι η εξασφάλιση της ευτυχίας ολόκληρης της ανθρωπότητας, όπου αυτή ζεί και υπάρχει, σε οπιαδήποτε μορφή, υλική ή άϋλη – και σε οποιαδήποτε διάσταση.
26/08/2009 23:36 by zardav Posted in Uncategorized |
“Comments”
Άρην μου καλημέρα… Το ρούφηξα στην κυριολεξία το βιβλίο σου, περίμενα με αδημονία να ανεβάσεις τα καινούρια κεφάλαια κάθε μέρα, και τώρα που τελείωσε θα το ξαναδιαβάσω με ησυχία για να το καταλάβω ακόμα περισσότερο μια που με πολλά από όσοα γράφεις ένοιωσα να ταυίζομαι απολύτως… Είναι πολύ αισιόδοξη η εικόνα της ολοκλήρωσης του σύμπαντος έτσι όπως την παρουσιάζεις… Και είναι μεγάλη ανακούφιση να νοιώθουμε πως η πορεία μας εδώ δεν έχει αρχή και τέλος αλλά είναι ένα κομμάτι μιας πορείας που θα μας φέρει πάλι κοντά, κάποτε, με τους ανθρώπους που αγαπάμε… Σε φιλώ πολύ και σε ευχαριστώ…
Ολοστρόγγυλο. Σαν τον ήλιο.
Νά’ναι καλοτάξιδο σε χέρια ανθρώπων που χρειάζονται αυτή τη χαραμάδα για να δουν από την άλλη πλευρά.
Νά’σαι καλά Άρη.
Σ’ευχαριστώ ![]()
Τα σπουδαιότερα πράγματα που συνέβησαν στη ζωή μου, ήταν και είναι “λογικά” αδύνατα. Δεν έχω ουδεμία δυνατότητα να μην πιστεύω στο θαύμα. Η ζωή καταντάει ένα άχαρο, μονότονο πήγαινε έλα, δίχως μια φωτιά να σε καίει, δίχως την ελπίδα για το θαύμα. Ευχαριστώ για την δυνατότητα που μου έδωσες να το ξαναθυμηθώ, να το φυλάξω και πάλι εντός μου, ακριβό μυστικό… Ικέτιδα και ταπεινή (οσο μου το επιτρέπει ο θανατερός συχνά εγωισμός μου δυστυχώς) μπροστά στο μεγαλείο του μεγάλου Εκείνου…
Άρη να ζήσεις, να ευτυχήσεις και την παρτίδα να ξανακερδίσεις
fall X-7

