Ο “Βασίλης”, κεφάλαιο “Ψ”.

Ψαρέυανε η Αννα με τον Ηλία εκει στον μώλο, στο παλιό λιμάνι της Μυκόνου, αμέριμνοι, με ψάθινα καπέλλα και σαγιονάρες, εντελώς αδιόφοροι για όλη τη χλαπαταγή που συνέβαινε τριγύρω τους σ’ αυτή τήν τόσο τουριστική σαιζόν μέσα στον Ιούλιο του 2009. «Αδιαφορώ», του είχε πεί η Αννα, αναφερόμενη στην κυριολεκτικά παραμορφωτική μεταμόρφωση που είχε υποστεί το νησί τής απο το 1951 που είχε γεννηθεί μέχρι σήμερα. «Εγω θέλω να σου δείξω το νησί μου όπως το ξέρω εγώ και όπως το αγαπώ. Δεν θα τούς κάνω τη χάρη να μου χαλάσουν την διάθεση όλοι αυτοί με τίς μπύρες και τα σουβλάκια τους ούτε οι άλλοι με τα σκάφη και τα ψηλοτάκουνα στα καλντερίμια. Ακου τακούνι στο Ματογιάνι. Εδω μέχρι και η Σοράγια βρέ, η θλιμμένη πριγκίπησα που την είχε χωρίσει ο Σάχης της Περσίας γιατί δεν του γεννούσε διάδοχο και γι’ αυτό ήτανε μελαγχολικιά, όταν ερχότανε εδω με τούς φίλους της για τίς διακοπές της, ξυπόλητη περπάταγε. Βέβαια δεν υπήρχε τότε όλη αυτή η βρώμα στα στενά και τα πλακόστρωτα, τα καλντερίμια της Χώρας ή και της Ανω Μεράς ακόμα, λάμπανε όλα. Απρίζαμε συνεχεια, τουλάχιστον κάθε βδομάδα, και ξέραμε τι θα πεί καθαριότητα. Τώρα φοβάσαι ν΄ακουμπήσεις στον τοίχο της εκλησσιάς μήπως κι΄έχει ξεράσει εκεί πάνω καμμιά τρελλή κι΄αλλοπαρμένη το περασμένο βράδυ. Μας διαφιμήζανε στην σουηδική τηλεόραση την δεκαετία του 80, «το νησί των ομοφυλόλιλων, όσες πιστές προσέλεθετε».Ξέρεις, “Ι will survive” και δεν συμμαζέυεται. Εμείς και το Key-West στην Αμερική. Πήξαμε στην αδερφή. Τι έχουν δεί τα μάτια της Αγίας Κυριακής και όλων των αγίων της Χώρας αυτού του ευλογημένου νησιού, μονο ο Θεός το ξέρει. Ο Θεός και ο άλλος που δεν το πιάνω τ΄όνομά του στο στόμα μου. Ναρκωτικά παντού, φριχτή φασαρία, εκατοντάδες κλάμπ, μπάρ, μπουζουκλερί, ροκάδικα δήθεν, χοροπηδάδικα, σουβλάκια, πιτσερίες, γκλαμουράτα “δήθεν” μπουτίκ Hotels, το καθένα με το κουλό του εστιατόριό του βέβαια, μεθυσμένοι χιλιάδες που σκουντουφλάνε ο ένας πάνω στον άλλον, “restaurant-bars” που παίζουνε συγχρόνως χίλιες διαφορετικές μουσικές στήν ίδια περίπου, δυνατή, ένταση και σπρώξιμο, σπρώξιμο, σπρώξιμο παντού. Αλλά τους γυαλίζει κάπως όλο αυτό κι΄ερχονται και αφήνουν τα λεφτά τους και μούλεγε πρίν λίγο η Κατερίνα, μια γειτόνισσα, παλιά μου φίλη, παιδική, οτι τίς ξαπλώστρες τώρα στην πλάζ της Ψαρού που αρέσει τρελλά σ΄όλους αυτούς τούς νεόπλουτους με τα σκάφη τους – ή χωρίς αυτά - τίς νοικιάζουνε 3.000 ευρώ τη σαιζόν ή 2.000 για ένα μήνα. Εμείς όταν είμασταν παιδιά το πιό μακρυά που πηγαίναμε για μπάνιο ήτανε ο Ορνός και ο αγιος Στέφανος, κι’ αυτό αν υπήρχε κάποιος λόγος. Αυτή εκεί η αμμουδιά η μικρή που βλέπεις μπροστά στο “ΛΗΤΩ”, το ξενοδοχείο, εξυπηρετούσε όσους μένανε απο δω μεριά, στη μεριά τής Μαντώς Μαυρογένους δηλαδή (έτσι τη λέγαμε αφού εδω είναι το άγαλμά της, εκεί, στην πλατεία) και οι άλλοι, εμείς, πηγαίνανε απο πίσω ή πρός τη Βενετία που είναι το σπίτι ή λίγο πιό κάτω εκεί που άρχιζε ο χωματόδρομος για τον Ορνό. Ασε που συνήθως εγω εκεί μπροστά στο σπίτι μου κολυμπούσα, είχαμε βρεί μια μεριά εκεί με τα φιλαράκια μου που δεν είχε βράχους και βουτάγαμε με τη μία, πλάφ, και μας άρπαζε η θάλασσα. Η μάννα μου το απαγόρευε αυτό ρητά και είχε δίκηο γιατί έχει πολλούς αχινούς εκεί μπροστά και βράχια και ήταν επικίνδυνο, αλλά ποιός την άκουγε; Ετρωγα ξύλο, άκουγα τον εξάψαλμο και την άλλη μέρα πάλι τα ίδια! Μ΄αρεσε! Μάζευα κι΄αχινούς πενήντα-πενήντα και τούς πήγαινα σπίτι κι΄αυτό κάπως την μαλάκωνε την μάννα μου γιατί ο αχινός ήταν ο αγαπημένος μεζές του παππού για τα ουζάκια του – και του μπαμπά, μη λέμε ψέμματα. Κατεβάζανε πέντ-έξη κάτω απ΄τον ήλιο τον καυτό κι΄ύστερα πηγαίνανε μέσα στα δωμάτια που ήτανε δροσερά με τα μελτέμια που φυσούσανε ασταμάτητα και τ΄ανοιχτά παράθυρα και ταβλιάζανε για καμμμιά ωρίτσα μέχρι να πάνε μετά στο γιαλό να βρούνε τις άλλες παρέες, τίς πιό αντρικές και οργανωμένες. Α, να την πούμε την αλήθεια : Το τραβάει το ποτηράκι της η Μύκονος! Ετσι μας ξεχνάγανε κιόλας, τι να πρωτοκάνουν κι΄οι μανάδες μας, μας ξαμολούσανε και ο Θεός βοηθός – όπως πάντα.Απο τον Μάη μέχρι τα τέλη του Οκτωβρίου μ΄ένα βρωμομαγιό γυρνούσα όλη μέρα – και πρίν αρχίσω να αποκτώ τις καμπύλες μου μ΄ένα βρακί της κακιάς ώρας, ένα σορτσάκι ή και καμμιά κυλοτίτσα ανθεκτικιά, γιατί όχι;». Το σπίτι της Αννας κάποτε μπορεί να μην ήταν παρα ενα φτωχόσπιτο, τώρα όμως άξιζε μια ολόκληρη περιουσία αφού ήτανε παραθαλλάσιο, μία απο τίς ενωμένες δια βίου με τίς μεσοτοιχίες τους «διατηρητέες» πιά ξύλινες μονοκατοικίες που τα μπαλκόνια τους κρέμονται πάνω απ΄το κύμα στην διάσημη πιά σήμερα γειτονιά που βαφτίστηκε «Βενετία». Είναι μοναδική στον κόσμο αυτή η παλιά γειτονιά όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε η Αννα, και που η πάροδος μιας πεντηκονταετίας την είχε μεταμορφώσει σε διεθνούς κύρους αξιοθέατο. Σαν «διατηρητέα» τα κτίσματα αυτά προστατεύτηκαν εγκαίρως απο αυστηρούς νόμους και δεν μπορούσες, υποτίθεται, χωρίς άδεια να πειράξεις τίποτα στη πρόσοψή τους, μόνο να τα ανακαινίσεις και να τα βάψεις. Αλλά μέσα στα σπίτια είχες την δυνατότητα, μετα απο τεχνική μελέτη που ήθελε βέβαια έγκριση απο το υπουργείο, να κάνεις οτι αλλαγές ήθελες, ακόμα και τοίχους να ρίξεις, να φτιάξεις υδραυλικά, τουαλέττες, τα πάντα, φτάνει να μην «αλλοίωνες» το ύφος της παραδοσιακής Μυκονιάτικης κατοικίας όπως την είχαν καταγράψει οι ειδικοί αρχιτέκτονες στίς μελέτες τους. Βέβαια βρέθηκαν οι τρόποι και τα περισσότερα απο τα πανέμορφα αυτά ξύλινα διατηρητέα σπιτια, «άλλαξαν χρηση» και τα ισόγειά τους γίνανε απο μπουζουκοσουβλακομάγαζα μέχρι πιό «ήσυχα» μπάρ με κλασσσική μουσική για πελάτες ποιοτικά πιό απαιτητικούς. Ολα γίνανε, και μπάρ και εστιατόρια, και γκαλερί και «τουριστικά» μαγαζιά με σουβενίρ, όλα καταφερανε κάποια στιγμή και τις πήρανε τις απαραίτητες άδειες με τα απαραίτητα λαδώματα. Παρ΄όλ΄αυτά, επειδή οι Μυκονιάτες είναι απο τούς πολύ λίγους Ελληνες που έχουνε τέτοια έμφυτη αίσθηση του μέτρου ώστε να καταλαβαίνουνε και το βαθύτερο, μακροπρόθεσμο συμφέρον τους, η παιδική γειτονιά της Αννας, η παλιά γειτονιά της «Βενετίας», ακόμα και όπου είχε αλλάξει «χρήσεις», είχε καταφέρει απολύτως να διασωθεί απο την επιδρομή μυριάδων τουριστών στο πιό διάσημο νησί της Ελλάδας. Κάποιοι Μυκονιάτες δεν κάνανε πίσω και κρατησανε τα σπίτια τους, πήρανε δάνεια,τα αναπαλαιώσανε και την κάνανε ακόμα πιό όμορφη την «Βενετία» τους. Την λέγανε έτσι γιατί οι προσόψεις των σπιτιών ήτανε κυριολεκτικά μέσα στη θάλασσα και τα μπαλκόνια τους στηρίζονταν σε πασάλλους που πιάνανε βυθό, όπως στα κανάλια της Βενετίας. Στην ίδια γειτονιά, δυό βήματα πιό πάνω, είναι και η κατάλευκη, γλυπτή απ΄τούς αέρηδες της Μυκόνου, εκκλησία της Παναγίας της Παραπορτιανής, που την είδε, στο πρώτο ταξίδι του στή Δήλο, νομίζω λίγο πρίν τον Β΄Πόλεμο, ο διάσημος Γάλλος αρχιτέκτονας Le Corbuzier και ζαλίστηκε απο την ομορφιά και την ταπεινή αρμονία της. Δεν χτίστηκε με σχέδιο, χτιζότανε μέσα στίς δεκαετίες απο τα μελτέμια και απο την ανάγκη της να προστατευθεί. Σήκωνε ένα χειμώνα ένα βορειά πιό δυνατό, απ΄αυτούς που παίρνουνε μαζί τους τραπέζια και καρέκλες, και οι μάστορες υψώνανε άλλο ένα τειχαλάκι για μεγαλύτερη προστασία – και είχε αυτό το τειχαλάκι το σχήμα της κούρμπας του ανέμου, για να το γλύφει το μελτέμι και να μην το γκρεμίζει. Και χρόνο το χρόνο, προσθέτοντας τοίχους κυκλικούς, καμινάδες παραδοσιακές, σκάλες πέτρινες αβεστωμένες στενές και στριφογυριστές να μην τίς πιάνει ο άνεμος ο δυνατός, η ανάγκη έφτιαξε αυτό το αρχιτεκτονικό αριστούργημα που τόσοι μεγάλοι θαύμασαν – αλλά πρώτος ο Le Cobrbuzier εντόπισε σε μια βόλτα του με την παρέα του. Του κόπηκε η αναπνοή. Είχε μπροστά του ένα κτίριο που χτίσαν οι νησιώτες με τίς οδηγίες των ανέμων – χωρίς καμμία πρόθεση να το κανουνε «διάσημο». Να το σώσουν προσπσθουσαν. Και μαζί μ΄όλη τη γειτονιά σώθηκε και το πατρικό της Αννας που με μια γερή επιδότηση κάποια στιγμή, τό 82-83, ξαναχτίστηκε στην ουσία απ΄τα θεμέλια και εκσυγχρονίστηκε έτσι ώστε να μπορεί να εξυπηρετεί τίς σύγχρονες πιά ανάγκες στο έπακρον – και να νοικιάζεται σε σοβαρούς ξένους τουρίστες με το μήνα, απο Απρίλιο τις καλές χρονιές, μέχρι Σεπτέμβριο – ή και για «δεκαπενθήμερα» στην ανάγκη (αλλά μόνο στίς «δύσκολες σαιζόν»). Το νοικιάζανε συνήθως ξένοι, Γερμανοί, Αγγλοι, Αμερικάνοι, ένα συμπαθέστατο ζευγάρι Γάλλων με τρία μάλλον μικρά παιδια, δέκα χρονών το μεγαλύτερο, που το κράτησαν για πέντε χρονιές απο ένα εξάμηνο κάθε χρόνο και, είχε να το λέει η Αννα, κάθε φορά που το παραλάμβανε (η ίδια ή οι γονείς της, πρίν πεθάνουν, κάπου εκεί γύρω στό 93 με 97), το έβρισκε πιό καθαρό και πιό όμορφο και τακτοποιημένο απ΄ότι το είχε παραδώσει. Είχαν μάλιστα προσθέσει με δικά τους έξοδα και επιπλέον ράφια στην βιβλιοθήκη και έγινε πιά συνήθειο να αφήνουν οι περισσότεροι ενοικιαστές τα pocket-books που διάβαζαν στίς
αμμμουδιές εκεί πρίν φύγουν, με αποτέλεσμα να έχει αποκτήσει το σπίτι μια μικρή βιβλιοθήκη που είχε απο Σώμερσετ Μώμ μέχρι Χάρολντ Ρόμπινς κι΄απο Ντοστογιέφσκι μέχρι καταπληκτικά παιδικά κόμικς, συν όλα τα «ευπώλητα», τα best-sellers δηλαδή, της κάθε χρονιάς. Δυό φορές το είχαν νοικιάσει σε Ελληνες, αλλά επειδή την πρώτη φορά πέσανε σε μια αξιοπρεπέστατη κυρία απο την Θεσσαλονίκη, νέα μητέρα δυό παιδιών 18 και 20 χρονών (κορίτσι και αγόρι) που το κράτησε το σπίτι όλον τον Ιούλιο, το προπλήρωσε και το παρέδωσε αφού φωνάξε και γυναίκα δυό μέρες πρίν να καθαρίσει, να βάλει πλυντήρια και να σιδερώσει τα πάντα, πήρανε θάρρος και είπανε να το ξανανοικιάσουνε σε Ελληνα άμα τύχει. Αλλά η δεύτερη, Αθηναϊκή αυτή τη φορά οικογένεια (με τη Φιλιπινέζα της), δεν ήταν καθόλου σαν την πρώτη. Μια βδομάδα παλέυανε οι γέροι της με τούς φίλους και τους γείτονες να το φέρουνε βόλτα το σπίτι και να το ξαναβάλουν σε μια τάξη και ο απαράβατος νόμος «ποτέ πιά σε Ελληνες» επανήλθε σε ισχύ. Τώρα ήταν άδειο και βέβαια ο Ηλίας με την Αννα εκεί μένανε. Είχανε ήδη κοιμηθεί δυό βραδυές ακούγοντας το κύμα να σκάει πάνω στο μαξιλάρι τους, ανάκατο με τίς δυνατές μουσικές που γκαζώνανε στα μεγάφωνα των μαγαζιών της νύχτας. Είχε επικρατήσει το κύμα όμως και, κυρίως, το γεγονός πως, χωρίς να το καταλάβουνε κάν πώς, βρήκανε το θάρρος και κοιμηθήκανε απο την πρώτη νύχτα στο φαρδύ άνετο διπλό κρεββάτι σχεδόν αγκαλιά, σαν παλιό ζευγάρι, μπλέγμένοι ο ένας μέσα στον άλλον – χωρίς όμως πολλά φιλιά και χάδια ερωτικά και τέτοια. Σαν αδέρφια ή σαν ζευγάρι που έτσι κοιμάται τριάντα χρόνια τώρα, γιατί έτσι βολεύεται και νοιώθει ασφάλεια. Είχε πολλή πλάκα η εξέλιξη της σχέσης τους. Δυό εξηντάρηδες, εντελώς εκτός κλίματος σε μια Μύκονο τίγκα στη σαχλαμάρα (και τον νεανικό αισθησιακό ενθουσιασμό βέβαια, για να μην ξεχνιόμαστε!), πολύ ευτυχισμένοι και πολύ απορροφημένοι ο ένας απο τον άλλον, τόσο πολύ που κυριολεκτικά «δεν βλέπανε» τι εντύπωση προκαλούσαν στούς διάφορους τουρίστες ή και τούς άλλους ξένους που δεν κάνανε διακοπές αλλά ήταν στο νησί για δουλειά, απο μπάρμεν μέχρι πωλήτριες σε μαγαζιά, πόρνες και τεκνά για πάσαν χρήσιν, σερβιτόρους, εποχιακούς υπαλλήλους στα ακριβά ξενοδοχεία, υπαλλήλους τών μπουτίκ και των πλάζ που βουλιάζανε κυριολεκτικά απο κόσμο, κορμιά λαδωμένα και παστωμένα κρέμες ξαπλωμένα σε ξαπλώστρες τοποθετημένες η μία κολλητά δίπλα στην άλλη ανα τρείς, για να αφήνουν και μικρούς διαδρόμους απο άμμο κάθε τόσο, αν ήθελε κανείς να μετακινηθεί, να κάνει μια βουτιά, να πάει στο μπάρ ή στην τουαλέττα. Τα χαζεύανε όλα αυτά και διασκεδάζανε, αλλά ήταν σαν να βλέπουν σινεμά, το θέμα τους ήταν ο ένας για τον άλλον, δεν είχαν χώρο για τίποτε άλλο. Είχανε ζήσει τόσο μόνοι επι τόσο πολλά χρόνια αυτοί οι δυό σχεδόν 60 χρόνων άνθρωποι, που νοιώθανε τεράστια χαρά, ανακούφιση, ασφάλεια, (ευτυχία τελικά!), για τα ανεκτίμητα αυτα συναισθήματα που
είχανε αναπτύξει ξαφνικά ο ένας για τον άλλον και για το γεγονός πως ταιριάζανε και τόσο απίστευτα πολύ. Γελάγανε με τα ίδια πράγματα, τούς άρεσε να μην μιλάνε εκείνα τα δέκα-δεκαπέντε λεπτά πρίν δύσει ο ήλιος και να κάθονται δίπλα-δίπλα να τον παρακολουθούν να βουλιάζει μέσα στο γαλάζιο, κάπου πίσω απ΄την Τήνο περίπου, απέναντι τους σχεδόν, δεν θέλανε πολύ ήλιο αλλά θέλανε κολύμπι δυό φορές τη μέρα οπωσδήποτε (και απο μια ωρίτσα την κάθε φορά το λιγώτερο), τρώγανε ένα κυρίως γεύμα μετά το δεύτερο κολύμπι και πρίν το ηλιοβασίλεμα, συνήθως στη χώρα ή την Ανω Μερά σε κάποια ταβέρνα αλλά και στο σπίτι, έξω στο μπαλκόνι το κρεμασμενο πάνω απ΄το κύμα, κοιμόντουσαν νωρίς, δεν βλέπανε τηλεόραση, διαβάζανε αρκετά, ήσαν και οι δύο φλύαροι και κουβεντιάζαν όλη μέρα, ξυπνούσανε γύρω στίς εφτά και κατεβαίνανε στο γιαλό που είναι και η αγορά των φρέσκων ψαριών για τούς ντόπιους που ξέρουνε – γιατί ο τουρίστας δεν θα ξυπνήσει βέβαια στις εξίμηση να πάει να ψωνίσει φρέκα ψάρια. Δεν επέτρεπαν στο μυαλό τους να «διερευνήσει» τι τούς συμβαίνει, προτιμούσαν να το απολαμβάνουν. Κι΄έτσι οι μέρες περνούσαν τόσο πολύ ευχάριστα που η αναμονή για τα «νεώτερα» απο την διαδικασία που είχε ξεκινήσει ο Στέφανος με την συμπαράσταση του Βασίλη μήπως μπορέσει και εντοπισθεί εργαστηριακά κάποιο μέχρι τώρα άγνωστο, απειροελάχιστο έστω, συστατικό στο αίμα ή στούς λεμφαδένες ή οπουδήποτε μεσα στο σώμα του Βασίλη που να δικαιολογεί κάποιες ελπίδες και, άρα, νέες, επίμονες και διεθνείς πιά, εργαστηριακές έρευνες, γινόταν για τον Ηλία και την Αννα λιγότερο αγωνιώδης. Ο Βασίλης απο τη μεριά του, στην Αθήνα, ανάμεσα στην Φιλοθέη και τα Λεγραινά, ειχε θέσει τον εαυτό του στην διάθεση των ειδικών του «Ωνασείου» και του ίδιου του Στεφανου και, αδιαμαρτύρητα υπέβαλλε τον εαυτό του σε νέες δοκιμασίες, υπερηχογραφήματα και αξονικές και σκάνερ και εξετάσεις αιματολογικές, ουρολογικές, νευρολογικές – κάθε προσπάθειας που θα μπορούσε να βοηθήσει την κατασταση, μηπως και εντοπισθεί κάτι καινούργιο και πρωτοφανέρωτο μέσα στο σώμα του. Συγχρόνως, οποτε δεν τον χρειαζόντουσαν στο «Ωνάσειο», έτρεχε σε συμβολαιογράφους και δικηγόρους και δημόσιες υπηρεσίες, σ΄ένα δαίδαλο γραφειοκρατίας, απαραίτητο όμως για την αποδοχή της κληρονομιάς του Μάκη. Η Μίρκα πρός στιγμήν είχε χαρεί πολύ που ήτανε πια μοναδική πυργοδέσποινα στην βίλλα της Φιλοθέης, αλλά έβαλε και εκείνη δικηγόρους και «δικούς της ανθρωπους» να παρακολουθούν τις ενέργειες του Βασίλη, μπάς και την «κοροϊδέψει». Ετσι την είχανε συμβουλέψει οι συγχωριανοί της απο εκεί πάνω στα βουνά απ΄όπου παρακολουθούσανε τίς εξελίξεις, έτσι έκανε και η Μίρκα. Οι γονείς της με τούς δυό μεγάλους αδερφούς της ξεκινήσανε κάποια στιγμή να κατεβούνε για εγκατάσταση στη Φιλοθέη, «για να την βοηθήσουν» όπως της είπαν. Αλλά τούς τόκοψε μαχαίρι και τούς είπε πως άν τούς έβλεπε στην εξώπορτα θα κλείδωνε το σπίτι και θα πήγαινε σε ξενοδοχείο. Δεν τούς ήθελε καθόλου. Ηξερε πως δεν θα το
απέφευγε τελικά να τούς μοιράσει τα μισά τουλάχιστον λεφτά απ΄όσα θα κληρονομούσε όταν θα έφτανε η ώρα των «τελικών λογαριασμών», αλλά δεν τούς ήθελε και πάνω απ΄το κεφάλι της. Είχε κι΄αυτή τα προβλήματα της και ήθελε να σκεφτεί λιγάκι, να μείνει μοναχή της, να ξεθολώσει λίγο το μυαλό της. Καθώς περνούσαν οι βδομάδες αναρωτιότανε όλο και πιό ξεκάθαρα τώρα που ήταν «χήρα» αλλά και τόσο μόνη, τί θα την έκανε την «ελεύθερη» πιά ζωή της. Για να τούς ηρεμήσει λίγο τούς γονείς της αλλά και για να δοκιμάσει και η ίδια τον εαυτό της, ανέβηκε για λίγο στο χωριό της - αλλά της φαινόντουσαν όλα τόσο στριμωγμένα και άβολα που η «θαλπωρή» της οικογένειας δεν την βοηθούσε καθόλου. Σκεφτότανε να κάνει κάποιο μεγάλο ταξίδι αλλά δεν τα ήξερε ούτε τα μίλαγε «τα ξένα» και κατα βάθος φοβότανε κιόλας. Που να πάει τώρα μόνη της; Στο Λονδίνο ας πούμε; Στο Παρίσι; Η μήπως σε κάτι πιό οργανωμένο, με γκρούπ στην Αφρική στη ζούγκλα ή σε καμμιά κρουαζιέρα με αυτά τα ακριβά βαπόρια που πηγαίνανε απο Βενετία μέχρι Πουκέτ και απο Μεσόγειο μέχρι τα νησιά Φίτζι, αυτά που διαφημίζαν τα περιοδικά. Τίποτα δεν την παρηγορούσε πρός το παρον και η κυρίως απασχόλησή της ήταν να παρακολουθεί τι κάνει ο «μικρός» μέχρι να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες και να «μαζέψει» κατ΄αρχήν οτι της είχε αφήσει ο Μάκης σε ένα γερό κομπόδεμα. Διαθήκη δεν υπήρχε άρα τα πράγματα ήταν απλά, μαζί και λίγο μπερδεμένα : Η σύζυγος κληρονομούσε το ένα τέταρτο της περιουσίας και «τα παιδιά», όσα ήτανε, τα υπόλοιπα τρία τέταρτα. Τα τρία τέταρτα ήτανε του Βασίλη δηλαδή – αλλά για να καταλήξουνε σε μια τελική συμφωνία «τι θα πάρει ο καθένας», έπρεπε να εκτιμηθούν όλα τα ακίνητα και τα κινητά περιουσιακά στοιχεία του Μάκη, να βγεί μια σούμα και μετά, με βάση το «έν τέταρτον» να πεί «λοιπόν εγώ έχω να παίρνω 30 εκατομμύρια ευρώ, μείον 2 το σπίτι της Φιλοθέης, δώσε μου 28 σε λεφτά, χρυσό, μετοχές, κάτι σίγουρο τελοσπάντων. «Αχ, να τελειωσει πιά αυτη η εκκρεμοτητα με τούς νόμους και τα παράβολα και και τίς υπογραφές» έλεγε σε κάτι, ας τις πούμε «φίλες της”, δεν αντέχω άλλο. Να ξέρω τι έχω βρε παιδί μου – και τι θα μου μείνει αφού μοιράσω και τα «αναπόφευκτα» όπως τα έλεγε αυτά που θα πηγαίνανε αναγκαστικά στην οικογένειά της. Μονο μετά θα μπορούσε να κατσει να σκεφτεί – όσο μπορούσε να σκεφτει βέβαια, για το τι μέλλει γενέσθαι απο δω και μπρός. Κι’ ενοωθε παραδόξως πολύ μελαγχολική και μονη, παρά την συνεχή επαφή της με την παλιά της οικογένεια – όπου την έβλεπαν όλοι ξαφνικα σαν λαχείο εντελώς απροσδόκητο και της συμπεριφέρονταν και λίγο με μια ψιλοδουλοπρέπεια, πράγμα που και την εκνεύριζε και την στεναχωρούσε και την έκανε να νοιώθει ακόμα πιό μόνη. Το κακό ήταν όμως πως πέρα απ’ αυτούς, τούς συγγενείς, γονείς, αδέρφια, ξαδέρφια, παιδικές φιλίες με κοντοχωριανούς εκεί γύρω και δυό-τρείς «φίλες» που είχε κάνει εδω στην Αθήνα, δεν είχε άλλους ανθρώπους. Αυτοί ήταν ο κόσμος της. Ονειρευότανε, όταν έπαιρνε θάρρος κι΄έβαζε ένα ουϊσκάκι και καθότανε λίγο στην βεράντα με την υπέροχη θέα, οτι θα γνώριζε κάποιο καλό παιδί, όχι μεσόκοπο και με “παρελθόν” σαν τον Μάκη, ένα παιδί της ηλικίας της, άντε 27-28, έξυπνο, μπασμένο, με γνωριμίες – να ξεκινήσει μια άλλου είδους ζωή, δυνατά, με ένταση και πάθος. Ας ήτανε και στην Καβάλλα ή κάπου στην Κρήτη ή τη Ρόδο, δεν την ενδιέφερε ντε και καλά η Αθήνα και το είχε καταλάβει πως δεν την έπαιρνε έτσι κι άλλοιώς να προσπαθήσει να γίνει «πρώτη μούρη» στα πάρτυ και στα περιοδικά ή τίς μεσημεριανές εκπομπές. Δεν είχε τέτοιες αντοχές. Εξ΄άλλου καλύτερα πρώτη σε κάποιαν επαρχία δίπλα σε κάνα τοπικό πλουσιόπαιδο με την δική της περιουσία καπάκι, παρά στην Αθήνα «τελευταία», μαζί με άλλες χίλιες να τρέχει αγχωμένη μήπως και βγεί καμμιά φωτογραφία δίπλα σε κάνα “celebrity” του κώλου. Αμα έκανε τέτοια όνειρα και ήτανε σε φόρμα να «φτιαχτεί», έβαζε κι΄ένα δεύτερο ουϊσκάκι, λίγο πιό δυνατό και το προχωρούσε λίγο παραπάνω το σκηνικό. Ο γυιός ενός γερού επιχειρηματία στην Καλαμάτα σου λέω εγώ, δεν σου λέω στην Κέρκυρα ή την Πάτρα ή τη Θεσσαλονίκη. Στην Καλαμάτα ή την Μυτιλύνη. Εναν «νέο επιχειρηματία», ωραίο άντρα, να κάνουνε έναν γάμο που να αφήσει εποχή και μετά να πρωταγωνιστούν στην περιοχή τους και να πηγαίνουνε ταξιδάρες πρώτη θέση Ταϋλάνδη και Νέα Υόρκη και να γυρίζουνε να τα διηγούνται – έτσι μάλιστα. Και επειδή στη ζωή πολύ συχνά άμα «κολλάς» σε κάτι και το ονειρεύεσαι συνέχεια με πάθος, έχεις μεγάλες πιθανότητες και να το πάθεις, θα μου επιτρέψετε να κάνω εδω ένα άλμα στον χρόνο και να πάω λίγο βιαστικά προς το άμεσο μέλλον για να σας πώ οτι πράγματι, κάποια στιγμή, αφού ξεκαθάρισε τα οικονομικά της με τον Βασίλη και πήγε με τη μάννα της μια κρουαζιέρα εδω γύρω, Ισπανία, Πορτογαλλία, Μαρόκο, Ιταλία, Μαγιόρκα δεκαπέντε μέρες (όπου πέρασε πολύ χαλαρά χαζεύοντας τα κύμματα και κόβοντας βόλτες σ΄όλα αυτά τα ωραία μέρη, ενω το μυαλό της φτερούγιζε στον άντρα τον σωστό τον επαρχιώτη που θα την έκανε ευτυχισμένη), τον γνώρισε τελικά τον άνθρωπό της, ένα βράδυ στα μπουζούκια. Τον λέγανε Δημήτρη και ήτανε γέννημα-θρέμμα της Ιστιαίας στη Βόρεια Ευβοια όπου είχε και περιουσία ολόκληρη και δυό ωραιότατα ξενοδοχεία πάνω στο κύμα απ΄τη μεριά του Αιγαίου. Παντρευτήκανε απο έρωτα και σχεδόν όπως το είχε φανταστεί η Μίρκα στα όνειρά της, έγινε χαμός στο γάμο και στο γλέντι μετά - πρίν φύγουνε για την Ταϋλάνδη, για τον μήνα του μέλιτος, 15 ολόκληρες μέρες σε μια ξενοδοχειάρα του ονείρου. Γυρίζοντας μετακόμισε και εγκαταστάθηκε σε μια διατηρητέα βίλλα που είχε αγοράσει και ανακαινίσει πλήρως ο κούκλος της ο Δημήτρης στη Χαλκίδα (ο οποίος απο εκεί «επιχειρούσε» σε διάφορους τομείς στην Εύβοια αλλά και στην Αθήνα και προχωρούσε επενδύοντας με επιτυχία όλο και Βορειότερα, Σκόπια, Βουλγαρία μέχρι και Πολωνία). Εκανε και δυό παιδιά και για να τελειώνουμε εδω με την Μίρκα μπορώ να σας πώ με δυό λόγια πως την βρήκε την τύχη της και ζεί ευτυχισμένη επιτέλους μετα απο τόσες περιπέτειες και ούτε υστερίες την πιάνουν πιά, ούτε τίποτα. Ο θάνατος του Μάκη, της Μίρκας της έφερε πολύ γούρι γι’ αυτό, όσο ζεί, τον θυμάται πάντα με πολλή αγάπη και νοσταλγία – και διατηρεί μιαν ισότιμη πιά και σχεδόν «αδερφική» επαφή με τον Βασίλη στον οποίον αναγνώριζει οτι της φέρθηκε «κυριολεκτικά σπαθί» και της έδωσε όχι μόνο αυτά που εδικαιούτο αλλά ίσως και πολλά παραπάνω, με ανοιχτή καρδιά, χωρίς τσιγκουνιές και χωρίς μιζέριες και, κυρίως, χωρίς διαμάχες και καυγάδες και φασαρίες. Ούτε δικηγόρος ανακατεύτηκε ούτε κάν αθώες «διαπραγματεύσεις» δεν χρειάστηκε να γίνουν. Η Μίρκα πήρε αυτό που ήθελε και κάτι παραπάνω και ο Βασίλης έμεινε με μια περιουσία τεράστια, έτσι κι΄αλλοιώς. Τόσο μακρυά φευγω προς το μέλλον καθώς αφήνουμε πίσω μας πιά την Μίρκα, ώστε τολμώ να σας αποκαλύψω απο τώρα πως μέχρι την ημέρα του θανάτου της η μικρή, και τυχερή τελικά, βουνήσια, με την καλή (όπως αποδείχθηκε) καρδιά, μόνο καλά λόγια έλεγε παντού για τον Βασίλη και παντού τον υπερασπιζότανε με πάθος και με όλη της την ψυχή απέναντι σε όλους τούς εχθρούς του, ότι και να λέγανε γι’ αυτόν, όταν αργότερα, έγινε γνωστός στο πανελλήνιο για την «Χριστιανική» του δραστηριότητα και το «Παρθενικό του δόγμα», που, πολύ γρήγορα κιόλας, άρχισε να γίνεται αντικείμενο χλευασμού, ειρωνίας και φριχτών υπαινιγμών, απο την μεγάλη πλειοψηφία των συναθρώπων μας, τούς ανώριμους και επιπόλαιους και κυνικούς που φοβούνται να διαμορφώσουν, για τα περισσότερα σοβαρά θέματα της ζωής, μια δικιά τους γνώμη που να βγαίνει κατ’ ευθείαν απ΄την καρδιά τους – και προτιμούν να «ακολουθούν» συμφωνώντας ή διαφωνόντας με αυτά που λένε «οι άλλοι». Τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές αυτοί είναι ακόμα «οι πολλοί», αλλά βρισκόμαστε ακόμα στο καλοκαίρι του 2009 και η ανθρωπότητα έχει μπροστά της πάρα πολύ δρόμο ακόμα μέχρι να καταφέρει να λειάνει τις γωνίες και να συμφιλιωθεί με τον εαυτό της. Δυστυχώς ακόμα οι περισσότεροι άνθρωποι, λόγω βαθύτατης υπαρξιακής βλακείας, καταλήγουνε, συνήθως, στη μοναξιά και το σαράκι της κατάκρισης για όλους και για όλα - και ένα νεαρό παιδί που μοιράζει την περιουσία του ολόκληρη σε όσους βλέπει ότι έχουν ανάγκη, έχοντας μάλιστα επίγνωση πως η «βοήθεια» αυτή που δίνει είναι σταγόνα στον ωκεανό των αναγκών που έχει η ανθρωπότητα σήμερα, είναι εύκολος στόχος για τους «μάγκες» και τους «πονηρούς», Ελληνες ή μη Ελληνες συνανθρώπους, παγκοσμίως. Αυτού του είδους οι άνθρωποι, οι περισσότεροι όπως είπαμε, είναι οι πρώτοι που θα καγχάσουν με το «αλαφροϊσκιωτο παληκάρι» που θεραπέυτηκε από τον καρκίνο και πιστεύει τώρα στον Χριστό, την Παναγία, τους αγίους και τους αγγέλους και προσεύχεται συγκεντρωμένος αρκετές ώρες κάθε μέρα γιατί έτσι πιστεύει ότι συνδέεται ο εγκέφαλος και η καρδιά του με το «άνω τερματικό» που ονομάζει «Θεό», τον ανώτατο Νου και Δημιουργό του σύμπαντος, και παίρνει μέσα απ’ αυτή την σύνδεση όχι μόνο δύναμη να προχωρήσει και να αγωνιστεί ενάντια στην δυστυχία, την κακία και τους διώκτες της αγάπης σε όλες της μορφές τους, αλλά ότι γίνεται και δέκτης συγκεκριμένων «Οδηγιών» από το «άνω τερματικό», που μέσω του εγκεφάλου του περνούν στο οπλοστάσιο της ύπαρξής του. Η Μίρκα δεν ήταν όμως απο αυτούς, τους «πολλούς», «τους περισσότερους», που θα κορόϊδευαν ποτέ ένα παιδί σαν τον Βασίλη και γι’ αυτό και την αξίωσε ο Θεός να ζήσει μια καλή ζωή και να χαμογελάει όλο και πιό πλατειά καθώς περνούσανε τα χρόνια μέχρι που οι πρώτες ρυτίδες αρχίσανε να σημαδεύουνε το όμορφο προσωπάκι της και να δείχνουνε τρυφερά τα σημάδια που χρόνου που περνάει σαν ποταμός που κυλάει προς τις εκβολές του στους μεγάλους ωκεανούς. Ευτυχώς επρόκειτο να μείνουνε μέχρι το τέλος μαζί με τον Δημήτρη και να αγαπιούνται πραγματικά, παρα τούς τρελλούς καυγάδες τους και τίς ζήλειες τις απερίγραπτες, και κάνανε και εγγονάκια και δισέγγονα. Τουλάχιστον όσον αφορά την Μίρκα και τον Δημήτρη, η διήγηση θα μπορούσε να κλείσει εδώ με την αγαπημένη σε όλους μας φράση «και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα» - όπως τελειώνανε πάντα όλα τα ωραία παραμύθια που ακούγαμε όταν είμασταν παιδιά. Αλλά το θέμα μας δεν είναι μόνο η Μίρκα και ο Βασίλης, ούτε η Αννα με τον Ηλία που κι’ αυτοί ζήσανε την υπόλοιπη ζωή τους πολύ ευτυχισμένοι και αχώριστοι, αφού ο Ηλίας εκτέλεσε την «αποστολή» του και βοήθησε απίστευτα αποτελεσματικά τον Βασίλη να εντοπίσει τις οικογένειες και τους ανθρώπους που είχανε τις σοβαρότερες ανάγκες – ώστε να μοιραστεί η «κληρονομιά» του Μάκη όσο το δυνατόν πιο δίκαια, κατά το ανθρωπίνως δυνατόν πάντα. Ούτε η γιαγιά-Ειρήνη ήταν το κυρίως θέμα αυτού του βιβλίου, όσο κι΄αν μας βοήθησε να το γράψουμε προχωρώντας πάντα έτσι χαμογελαστή, ακόμα και στα πολύ δύσκολα, ευθυτενής, γεμάτη αυτοπεποίθηση, γνώση και δύναμη. Μας έδειξε το δρόμο και μας δίδαξε πώς οφείλει να προχωράει κανείς προς την στενή πύλη της εξόδου από τα γήϊνα, πάντα κοιτάζοντας πέρα απ΄τον Χρόνο όπως μετριέται εδώ στη Γή και πάντα «ανω θρώσκουσα». Το θέμα μας ήταν και είναι ο Βασίλης, η μεγάλη περιπέτεια που βίωσε και τα συμπεράσματα τα οποία έβγαλε μέσα από όλα αυτά που έζησε, με ψυχή και με σώμα. Ο Βασίλης και η τόσο παράξενη, αποκαλυπτική και φωτεινή περιπέτειά του, που τον αναγέννησε μεταμορφώνοντάς τον εκτυφλωτικά, δείχοντάς του το δρόμο που η Ειρήνη ήξερε από την κατασκευή της, απ’ την στιγμή που συνελήφθη στη μήτρα της μητέρας της – λές και δεν της είχανε ποτέ κόψει το ομφάλιο λώρο και παρέμενε συνδεδεμένη με ότι προηγήθηκε της γέννησής της και ότι έπεται του θάνάτου της, που κάποια μέρα θα την απελευθερώσει από το ογδόντα και πλέον χρονών, κουρασμένο πιά (παρ΄όλη την άσκηση!) αγαπημένο κα δυνατό, το τόσο ουσιαστικά όμορφο, διαχρονικά, σώμα της.

26/08/2009 22:16 by zardav Posted in Uncategorized |

 

Name (required)
Mai (required)
Website

 

Lastest Posts

  • Δευτέρα 15 Μαρτίου 2010 : Η Ασημένια Σταγόνα στα βιβλιοπωλεία.
  • Blog, Facebook, www.protagon.gr : Σκέψεις!
  • Κωνσταντινούπολις 7 Σεπτεμβρίου 2009 με τον Φιλιππάκο!
  • Ο “Βασίλης”, κεφάλαιο “Ω” : ΤΕΛΟΣ.
  • Ο “Βασίλης”, κεφάλαιο “Ψ”.

    Blogroll

  •