Κωνσταντινούπολις 7 Σεπτεμβρίου 2009 με τον Φιλιππάκο!
Μέρα Δευτέρα σήμερα, του αγίου Σώζοντος, μετά απο ένα Σαββατοκύριακο στην Κωνσταντινούπολη για τα βαφτίσια του Φίλιππου στο Πατριαρχείο. Συννεφιά εντελώς παράδοξη αν σκεφτεί κανείς οτι εχτές τσουρουφλιστήκαμε στο καραβάκι που μας έκανε την ξενάγηση στον Βόσπορο και, μετά, στην πισίνα του ξενοδοχείου. Και αέρας. Φυσάει πολύ. Αλλά δεν είναι ακόμα φθινόπωρο, έχει ζέστη, είμαι με air-condition στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, ευτυχισμένος, γεμάτος - και με ένα καινούργιο αίσθημα στο οπλοστάσιό μου : Την βεβαιότητα οτι βαδίζω σωστά, παρά τα λάθη και τίς παραλείψεις μου, παρά τον εγωϊσμό και το μεγαλύτερό μου ελάττωμα που είναι η τεμπελιά και «ο εγωκεντρισμός μου» – τουλάχιστον κατά την γνώμη κάποιων φίλων μου που τούς αρέσει να κρίνουν συνεχώς όλους τούς άλλους εκτός απο τον εαυτό τους. Αλλά αυτό δεν αποφεύγεται. O στίχος του Ελύτη που λέει «και νάσαι όπως γεννήθηκες, το κέντρο του κόσμου», είναι, ευτυχώς, εκτός απο «οδηγία», και διαπίστωση για τούς περισσότερους απο μας. Ολοι είμαστε το κέντρο του κόσμου και δεν θα μπορούσε να γίνει αλλοιώς. Οποιος δεν το καταλαβαίνει φοβάμαι οτι απλώς δεν κοιτάει ποτέ του τον εαυτό του, με ειλικρίνεια και διαύγεια ψυχική, στον καθρέφτη. Αλλά δεν είναι, βέβαια αυτό το θέμα μου. Αυτές οι 60 σχεδόν ώρες που έχω περάσει εδώ, στην σημερινή Istanbul, την κάποτε πρωτεύουσα της (Ελληνόφωνης) Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μ΄έχουν φορτώσει συλλογισμούς καινούργιους. Το Μυστήριο της Βαπτίσεως πρώτ΄απ΄όλα, που είναι και ο λόγος που βρεθήκαμε τόσοι φίλοι εδώ, για πρώτη φορά μου αποκάλυψε το μεγαλείο Του. Είναι αξιοπερίεργο πώς άνθρωποι που σε πρώτο επίπεδο δεν νοιάζονται (ή λένε οτι δεν νοιάζονται) για την μεταφυσική, στέκονται σοβαροί και συγκινημένοι όσο διαρκεί αυτή η τελετή που αρχίζει με μια συγκλονιστική ομολογία πίστεως του αναδόχου, του νονού δηλαδή ή τής νονάς. «Αποτάσσομαι τον σατανά» είναι το πρώτο που οφείλεις να δηλώσεις δημόσια αν θέλεις να γίνεις ανάδοχος. Και το κάνεις πρίν μπείς στην εκκλησία, κρατώντας το μωρό στο χέρι. Στην πόρτα ακόμα του ιερού χώρου όπου θα τελεστεί το μυστήριο πρέπει να δηλώσεις καθαρά και υπεύθυνα οτι πιστεύεις στον Χριστό και να διαβάσεις το «Πιστεύω» όπως διατυπώνεται απο την Ορθόδοξη Ανατολική παράδοση και τίς Οικουμενικές Συνόδους που αυτή η παράδοση αναγνωρίζει ως έγκυρες. Ο Φίλιππος αξιώθηκε δυό ονόματα και δυό νονούς, άξιους και αγαπητούς. Ο ένας είναι ο Νίκος, ξάδερφος της μητέρας του. Η άλλη είναι η μεγάλη του αδελφή απο τον πρώτο γάμο του πατέρα του, η Κυβέλη, που όταν γεννήθηκε, πρίν 22 περίπου χρόνια, ήμουν κι΄εγω στο μαιευτήριο και περίμενα - ενω ο πατέρας της, ο φίλος κι΄αδερφός μου Τάσος, ήταν μέσα στην αίθουσα του τοκετού. Ομολογώ πως κάτι άστραψε μέσα μου, κάτι πολύ λαμπερό, όταν άκουσα το Κυβελάκι, μιά πραγματικά πάρα πολύ ωραία γυναίκα σήμερα πιά, στα 22 της, να λέει με σταθερή φωνή και καθαρή άρθρωση την φράση «αποτάσσομαι τον σατανά», κρατώντας τον Φίλιππο στην αγκαλιά της, ντυμένη μ΄ενα ωραιο άσπρο φόρεμα. Και όταν την άκουσα να απαντάει στο ερώτημα του Δεσπότη «πιστεύεις στον Χριστό;», «πιστεύω», και μετά να διαβάζει τον θεόπνευστο αυτό όρκο της πίστεως με σοβαρή προσήλωση και μεγάλο σεβασμό (παρά το γεγονός πως στην καθημερινή της ζωή δεν έχει καμμία σχέση με την εκκλησία κι΄ας είναι βέβαια και αυτή βαφτισμένη Χριστιανή και Ορθόδοξη απο επίσης πολύ «άξια» νονά), εντυπωσιάστηκα. Τώρα που γράφω είμαι συγκινημένος, αλλά εκείνη την στιγμή, στην πύλη του Ναού του αγίου Γεωργίου, στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το αίσθημα μου ήταν διαφορετικό και πολύ ισχυρότερο απο την συγκίνηση : Ο Δεσπότης με το επιβλητικό Βυζαντινό του ένδυμα και το Ευαγγέλιο στο χέρι απο τη μία και η Κυβέλη που φεύγει αύριο να συνεχίσει τίς σπουδές της στην Νέα Υόρκη, απο την άλλη. Και ο Φίλιππος, ήσυχος και ελαφρά χαμογελαστός, αραχτός στην αγκαλιά της μεγάλης του αδερφής, περιτριγυρισμένος απο την αγάπη δεκάδων συγγενών και φίλων που, βέβαια, την εισέπραττε. Καμμία αναστάτωση και καμμία αγωνία. Ολα γινανε σωστά και ήρεμα. Μέχρι και η στιγμή της κολυμβήθρας που όλοι περιμέναμε πως θα ήταν, όπως έχουμε συνηθίσει, κάπως βασανιστική για το παιδί, ήρθε γλυκύτατα. Ούτε που καταλάβαμε για πότε ο Δεσπότης είχε βουτήξει στο νερό τρείς φορές το μωρό, πότε το πασάλειψαν λαδάκι και ακούστηκαν τα δύο ονόματα : Γέωργιος-Φίλιππος. Γιατί η μια γιαγιά, η Πόππη που είναι φίλη με τον Δεσπότη, του είχε ζητήσει μαζί με το «Φίλιππος», που είχαν αποφασίσει οι γονείς, να προσθέσει και το «Γεώργιος», το όνομα του άντρα της που δεν ζεί πιά τώρα και πολλά χρόνια – του ενός παππού του Φίλιππάκου δηλαδή. Δεν τής χάλασε το χατήρι ο Δεσπότης και οι γονείς, όπως και όλοι εμείς, συγγενείς και φίλοι, χαμογελάσανε κι΄αυτοί πλατειά μ΄αυτή την «έκπληξη». Ο άλλος παππούς, που και εκείνος δεν ζεί πιά απο το 1980, ο Αλέκος, έχει ήδη «περάσει» στα εγγόνια του μέσω του Αλέξανδρου, του πρώτου γυιού του Τάσου και της Μυρένας που είναι τώρα σχεδόν εφτά χρονών και την Παρασκευή θα πάει πρώτη Δημοτικού, αλλά και τής Αλεξάνδρας, της εγγονής του, κόρης του άλλου του γυιού, του Σπύρου. Γεώργιος-Φίλιππος λοιπόν ο Φιλιππάκος που γεννήθηκε 20 Μαϊου του 08. Η τελετή, στον Πατριαρχικό Ναό του αγίου Γεωργίου, κράτησε περισσότερο απ΄όσο έχουμε συνηθίσει στην Εκκλησία της Ελλάδος, αλλά κανείς δεν δυσανασχέτησε – ούτε κάν το πρόσεξε για να είμαι πιό συγκεκριμένος. Διαβάστηκαν όλα, σιγά-σιγά, χωρίς βιασύνες. Και ενώ η νονά-Κυβέλη και ο νoνός- Νίκος τυλίγανε τον νεοφώτιστο στην πετσέτα και τον πηγαίνανε να ντυθεί ήρεμα και χαλαρά, ο εφτάχρονος (τον ερχόμενο Απρίλιο!) αδερφός του Αλέξανδρος, κούκλος, μ΄ένα χαμόγελο σαν ουράνιο τόξο και πολύ ευτυχισμένος, παρέλαβε το μαξιλαράκι με αυτά τα σταυρουδάκια για τούς καλεσμένους (που πάντα ξεχνάω πώς τα λέμε) και το περιέφερε σε όλους μας, προσέχοντας μην παραλείψει κανέναν. Κάτι «μυστήριο» είχε συμβεί και το ένοιωσα έντονα όταν έκανα τον απλό συνειρμό: Βέβαια. Είχε τελεσθεί ένα Μυστήριο που ανήκει απόλυτα στον χώρο της μεταφυσικής, μπροστά στο οποίο όλοι υπολινόμαστε, «πιστοί» ή «άπιστοι» ομόδοξοι - αλλά και άθεοι ή πιστοί άλλων δογμάτων ή θρησκειών. Το Μυστήριο είναι «μυστήριο» και δεν είναι στην δικαιοδοσία μας να το αναλύσουμε. Αλλά όταν τελείται συντελεί στην διάχυση ενός «νοήματος» που δυναμώνει και ανακουφίζει τίς ψυχές τών ανθρώπων, ακόμα και αν δεν το συνηδητοποιούν. Γι΄αυτό μετά, για κάποιες ώρες τουλάχιστον, όλα ήταν «αλλοιώς». Και το νυχτερινό dinner-party σ΄ένα εξαιρετικό εστιατόριο-Club πάνω στον Βόσπορο, το «Ulus 29», δεν ήταν «κοσμικό event» αλλά γιορτή αληθινή όπου όλοι περάσαμε (και φάγαμε!) εξαίσια. Η μαμά-Μυρένα μάλιστα σοφά είχε φροντίσει να υπάρχουν δύο πούλμαν για να μεταφέρουν τούς καλεσμένους στο ξενοδοχείο. Ενα τα μεσάνυχτα για τούς «ήντα καί» που δεν θέλανε να ξενυχτήσουνε πολύ - και το άλλο, όποια ώρα θα τέλειωνε το πάρτυ, για τήν νεολαία που θα έμενε για ποτό, κραιπάλη και χορό στο Club. (Περιττόν να σας πώ οτι εγώ μπήκα ενθουσιασμένος με τούς παππούδες, τίς θείες και τίς γιαγιάδες στο πρώτο πούλμαν!). Τώρα είμαι στο δωμάτιο και κοιτάζω την Πόλη απο τη μιά και τον Βόσπορο απο την άλλη. Το Σάββατο το πρωϊ νωρίς-νωρίς (για τα Κυριακάτικα δεδομένα όμως) πήγα στο Πατριαρχείο ελπίζοντας πως θα κοινωνήσω κιόλας Ο χρόνος κυλάει συνεχώς απτόητος γι΄αυτό, ενω έγραφα, έριξα μια ματιά στο ρολόϊ και είδα πως έπρεπε να τα μαζέψω και να προχωρήσω πρός το αεροδρόμιο. Τώρα πετάμε πάνω απ΄την Μεσόγειο με προορισμό τα Σπάτα και εικόνες σαν φλασιές απ΄το τριήμερο αστράφτουν στο μυαλό μου, φορτωμένες πιά σ΄εκείνην την περιοχή του εγκεφάλου που καταγράφει όσα έχουν ήδη «συμβεί». Παρατηρώ πόσο γρήγορα συμβαίνουν όλα : Ηρθε το φαγητό, πεινάω, ευκαιρεία να φάω κάτι γιατί σπίτι δεν έχω τίποτα και θα λιμοκτονήσω. Εκλεισα τον υπολογιστή και τον ξανάβαλα στην τσάντα του. Εφαγα. Ηπια μια κόκα-κόλα, όχι light, την σιχαίνομαι την light, κανονική. Προσγειωθήκαμε. Και αυτός ο ποταμός που ασταμάτητα κυλάει, με έφερε μέχρι την στιγμή αυτή, που ήδη περνάει, αφού με αποβίβασε στο «Ελευθέριος Βενιζέλος», μου παρέδωσε την βαλίτσα μου, με έβαλε σε ένα ταξί και με έφερε σπίτι όπου τακτοποίησα τα του ταξιδιού, πλύθηκα, πετάχτηκα μέχρι το mini-market της Κλεομένους και μετά έκανα τον Εσπερινό και το Απόδειπνό μου όπως κάθε μέρα (ξημερώνουν τα γενέθλια της Παναγίας αύριο, η οποία 23 ημέρες μετά τήν Κοίμησή της τον δεκαπεντάυγουστο, επανακάμπτει 8 Σεπτεμβρίου κάθε χρόνο, ως βρέφος στην αγκαλιά της Αννας και του Ιωακείμ). Αυτές οι καθημερινές μου προσευχές που είναι σταθερές και τίς τίς ξέρω απ΄έξω ώστε να μπορώ να τίς λέω και κολυμπώντας, ανεβαίνοντας τον Λυκαβηττό, πετώντας με τα φτερά κάποιου αεροπλάνου ή πηγαίνοντας με τον προαστειακό στην Κόρινθο για να προωθηθώ πρός την Επίδαυρο, Δεκέμβριο, Απρίλη ή Αύγουστο, κρατούν ανοιχτό τον δίαυλο και την επικοινωνία με το «άνω τερματικό», δηλαδή τον Θεό ή Δημιουργό του Σύμπαντος ή όπως θέλετε ονομάστε τον. Και με βοηθούν αυτές οι καθημερινές σταθερές και επαναλαμβανόμενες «ακολουθίες» να στρέφομαι έστω για μιά ώρα την ημέρα πρός τα μέσα μου, ώστε να μην χάνω την σύνδεση με τον ίδιο μου τον εαυτό. Μου είναι πολύτιμος ο εαυτός μου γιατί αυτός με μαθαίνει να αγαπάω και να διορθώνω, όσο μπορώ, τα λάθη μου. Απο αυτή την άποψη έχει απόλυτο δίκηο ο φίλος μου που με λέει «εγωκεντρικό μέχρι και εγωπαθή». Αλλά δεν μπορώ να λειτουργήσω αλλοιώς. Αν δεν ασχοληθώ κατ΄αρχήν με την μέσα μου ζωή, πώς θα μπορέσω να είμαι δημιουργικός και χρήσιμος στην άλλη, την κοινή καθημερινή μας ζωή; Τα βαφτίσια του Φιλιππάκου, πέρα απ΄όλα τα άλλα, με βοήθησαν πολύ να επαναφέρω στην επιφάνεια της συνειδητής καθημερινής μου ύπαρξης την βεβαιότητα πως δεν μπορεί να υπάρξει ζωή χρήσιμη και δοσμένη στην αγάπη για τούς άλλους, αν δεν έχουμε συνεχή μνήμη του Μυστηρίου. Οτι ζούμε είναι μυστήριο και αυτό έχει νόημα και στόχο. Και μπορούμε να γίνουμε ευτυχισμένοι μόνο αν ζούμε την καθημερινότητά μας έχοντας συνεχώς στα χείλη μας την γεύση αυτού του νοήματος. Εκανα και πολλές φρέσκες σκέψεις για την σύχγρονη Τουρκία που, κάθε χρόνο που πάω, έχει προχωρήσει ακόμα ένα βήμα. Αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση - και ένα άλλο πόστ!
μιά και ήταν και η γιορτή μου, «του προφήτου Ζαχαρία, πατρός του Προδρόμου». Οταν έφτασα όμως οι ιερείς είχαν ήδη καταλύσει και έτσι, αφού προσκύνησα, προχώρησα πρός την Παναγία των Βλαχαιρνών, απ΄όπου έφυγα με ένα μπουκαλάκι αγίασμα και μια εικονίτσα της Παρθένου (που σ΄αυτήν της την αναπαράστση είναι όρθια, με λευκό ιμάτιο και απλωμένα τα χέρια της, χωρίς να κρατάει το βρέφος) και μετά πρός την Ζωοδόχο Πηγή στο Μπαλουκλή, απ΄όπου βέβαια πάλι πήρα μπουκαλάκι με αγίασμα. (Εκεί βρίσκονται και οι τάφοι των περισσότέρων Πατριαρχών και του γλυκύτατου και ταπεινότατου Δημήτριόυ, στον οποίον δεν παρέλειψα να σκάσω ένα γλυκό φιλάκι). Ξέχασα να σας πώ πως η μπομπονιέρα του Φίλιππου-Γεώργιου ήταν ένα υφασματένιο τσαντάκι με φερμουάρ μέσα στο οποίο υπήρχε διπλωμένο ενα t-shirt που έχει ζωγραφίσει ο πολύ φίλος των γονιών γνωστός εικαστικός Harry Lambert (μια πολύχρωμη electric αγία-Σοφία με πουλιά και πεταλούδες και ηλιοφάνεια άπλετη) και, αντί για κουφέτα, ένα σακουλάκι με υπέροχα λουκουμάκια μπουκίτσες σε όλες τις γεύσεις απο το παζάρι! Στο τσαντάκι αυτό πρόσθεσα («κατόπιν εορτής» βεβαίως!) το εικονισματάκι της Παναγίας και τα δυό μπουκαλάκια με τα αγιάσματα και είπα πως θα τα ανοίξω στο γάμο του Φίλιππου πιά. Ολοι με κοροϊδέψανε υπενθυμίζοντας μου ότι μιας και έχουμε 55 χρόνια διαφορά με τον Φίλιππάκο, άν παντρευτεί στα 25 του θα είμαι 80 καί – ΑΝ ζώ. Τούς απάντησα πως θα ζώ και θα παραστώ και θα πάω και στο πάρτυ μετά. Μόνο που θα φύγω όπως και το Σάββατο το βράδυ με το πούλμαν της Σταχτοπούτας, τα μεσάνυχτα.
07/09/2009 22:58 by zardav Posted in Uncategorized | 6 Comments


