“Ο Βασίλης”, κεφάλαιο “Ν”
Νόμισε για μια στιγμή ο Βασιλης πως διακτινηστηκε σε άλλο χρόνο και τόπο, τόσο τον εντυπωσιάσαν οι πρώτες-πρώτες ακόμα είκόνες του Αγίου Ορους έτσι όπως τόβλεπε απο το καραβάκι. Περνώντας την Μονή Δοχειαρείου, την Ξενοφώντος, την αγίου Παντελεήμονος όπου μονάζουν Ρώσσοι, Γεωργιανοί και Ουκρανοί (και περνάνε και φάση μεγάλης διαμάχης όπως άκουσε απο μια παρέα δίπλα του) ένοιωσε σαν να ζούσε στο Βυζάντιο και το μυαλό του ελευθερώθηκε να φανταστεί χιλια τόσα χρόνια συνεχούς ζωής και άσκησης μέσα σ’ αυτά, τα ίδια κτίσματα. Το περιβόλι της Παναγίας. Ετσι το λέγανε το Αγιον Ορος γιατί ο ίδιος ο Χριστός διάλεξε να της το αφιερώσει και να είναι εκεί η μητέρα του η μοναδική γυναίκα, μάννα, κόρη, ετοιμόγεννη, χαροκαμμένη, λεχώνα, τροφός, κοριτσάκι, ώριμη γυναίκα που έχασε το παληκάρι της και το κοιτάζει καρφωμένο στο Σταυρό και βάζει την παλάμη της μπροστά στο στόμα με τρόμο, δέος και απίστευτη δύναμη και τρυφερότητα – ανίκανη να επέμβει, να βοηθήσει, ακόμα και να φωνάξει, να κλάψει, να διαμαρτυρηθεί. Γιατί ξέρει ποιός είναι γυιός της : Ο ίδιος ο Θεός της. Και ήδη την έχει παραδώσει στα χέρια του αγαπημένου και επιστήθιου φίλου του, του Ιωάννη, με την εντολή να την προσέχει και να την φροντίζει μέχρι το τέλος της. «Ιδού ο Υιός σου» της έχει πεί πρίν λίγη ώρα. «Ιδού η Μήτηρ σου» έχει πει και στον Ιωάννη. Και στέκονται όρθιοι και οι δύο, ο επιστηθιος φίλος και η μάννα, δεξιά και αριστερά απ’ τον εσταυρωμένο - και ο φίλος με σκυμμένο το κεφάλι προσεύχεται ενω την μάννα την στηρίζουν και την συγκρατούν όρθια οι άλλες γυναίκες, η Μαρία του Κλωπά, η Μαρία η Μαγδαληνή, η Ιωάννα, η Σωσσάνα, παρούσες και αυτές στο μεγάλο μαρτύριο, δυνατές γυναίκες, ευθραυστες, ευγενικές, εμποτισμένες στο μύρο της αληθινής αγάπης που όλα τ’ αντέχει. Ο Βασίλης κοιτούσε με τα μάτια του και αυτά που έβλεπε
μεταφράζονταν μέσα του αυτόματα σε ισχυρές δονήσεις που ενεργοποιούσαν εναν εαυτό πολύ βαθειά θαμμένο, σε ύπνωση, σε κώμα σχεδόν. Εκείνος ο παλιός Βασίλης, το παιδί που ήτανε ο ίδιος πρίν χάσει την μητέρα του και βρεθεί στα 9 ή τα 10 χρόνια του έρμαιο στα χέρια ενός πατέρα πολυάσχολου με χίλιες άλλες «σκοτούρες» στο μυαλό του, ένοιωθε σαν να τα ήξερε αυτά που έβλεπε, σαν να αποτελούσαν κομμάτι του αναπόσπαστο. Συναισθήματα και σκέψεις και συνειρμοί, κρίκος-κρίκος μι΄αλλυσίδα, ξεπηδούσανε απο μέσα του και προσπαθούσανε να συνδέσουνε τα μέχρι τώρα ασύνδετα. Μια εικόνα ζωντανεμένη στη μνήμη, μια λέξη, μια ανάσα οξυγόνο, όλη αυτή η ομορφιά της γαλανής ήρεμης θάλασσας του Αγίου Ορους και του καταπράσινου τοπίου που κυλούσε μπροστά στα μάτια του καθώς το καράβι, ένα φέρυ μπώτ «παντόφλα», μεγάλο δηλαδή και επαγγελματικό, που φορτώνει «αγροτικά» αυτοκίνητα και τεράστια τζήπ με πινακίδες ΑΟ, φορτηγά και μπετονιέρες και ανοιγει και απο τίς δυό μεριές, προχωρούσε πρός τη Δάφνη (το λιμάνι του Αγίου Ορους). Τα γλαρόνια φτερουγίζανε γύρω τριγύρω απ’ το πλεούμενο και αρπάζανε με το ράμφος τους στον αέρα τα κομμάτια απ’ το ψωμί που τούς πετάγανε οι επιβάτες, ένα φουσκωτό του λιμενικού, έσκιζε το μετάξι της επιφάνειας του νερού πηγαίνοντας πρός την αντίθετη κατεύθυνση, κοπάδια απο ασημένια αστραφτερά ψάρια ανεβαίναν στον αφρό ν’ αρπάξουνε κι’ αυτά το ψωμί ή το κουλούρι ή το κομμάτι της τυρόπιττας : Όλα ξαφνικά είχανε νόημα και όλα συμμετείχαν σε μια συνομωσία απίστευτης ευδαιμονίας που τόσο ήταν αρμονική και τέλεια, λές και είχε σκοπό να τον γοητεύσει μια και καλή τον Βασίλη και να τον κρατήσει για πάντα δέσμιο. Ούτε που το κατάλαβε για πότε φτάσανε στη Δάφνη και αποβιβαστήκανε στο όμορφο μικρό και μαζεμένο λιμανάκι του Αγίου Ορους, με την ταβέρνα του και τα δυό-τρία μαγαζάκια με τα τουριστικά αλλά και τα υπόλοιπα, κάποια είδη ανάγκης, τρόφιμα, ή αναψυκτικά, κομποσχοινάκια βέβαια, εικονίσματα φτιαγμένα τα περισσότερα απο αγιορείτες, καμμιά ασπιρίνη, κάνα κουλούρι, σοκολάτες, κονσέρβες, μπαταρίες, σαπούνια και οδοντόπαστες, χλωρίνες και καθαριστικά για τούς γεροντάδες που θα προχωρούσανε στα «καθίσματα» και τίς σκήτες να κάνουν την φασίνα τους, να φτιάξουν ένα φαϊ στην κατσαρόλα. Δυό παλιά λεωφορεία, σκονισμένα και ταλαίπωρα, περιμένανε να φορτώσουνε το πλήθος που βγήκε απο το φέρυ-μπόουτ για να το ανεβάσουνε στίς Καρυές, την «πρωτεύουσα» του Άγίου Όρους, όπου βρίσκεται και η εκκλησία του Πρωτάτου που φιλοξενεί το «Αξιον Εστί», την πιό γνωστή στον κόσμο όλο εικόνα της Παναγίας μας που βρέθηκε εκεί το 980 και που μπροστά της έψαλλε , κατα την ορθόδοξη παράδοση, ο ίδιος ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, με τη μορφή μοναχού. Ο Βασίλης ήθελε να πάει εκεί, να βρεί την Παναγία, να την ευχαριστήσει και να της δώσει ένα ζεστό φιλί. Ενα άλλο όμως, μικρότερο καραβάκι και όχι φερυ-μπόουτ, η «Αγία Αννα», έφευγε σε λίγα λεπτά για τα μοναστήρια και τίς σκήτες της Νότιας Πλευράς, Σιμονώπετρα, Γρηγορίου, Διονυσίου, αγίου Παύλου, για την σκήτη της Αγίας Αννης και τής μικράς Αγίας Άννης, την Νέα Σκήτη, τα Καντουνάκια, τα Καυσοκαλύβια, τον αγιο Νείλο – και αν ήτανε καλός ο καιρός θα έφτανε και μέχρι την Μεγίστη Λαύρα που βρίσκεται απο την άλλη μεριά της χερσονήσου, την Βόρεια. Απο εκεί βλέπεις Σαμοθράκη και Μικρασία απέναντι, Καβάλλα τέρμα αριστερά πρός τα πάνω, κι’ αν αφεθεί κανείς και στο άλλο βλέμμα, το νοητό και διαχρονικό, δεν δυσκολεύεται να δεί και την ίδια την Κωνσταντινούπολη, την παλιά πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας που, επι Νικηφόρου Φωκά και Ιωάννη Τσιμισκή, με την επιμονή του στενού φίλου και συμπολεμιστή τού Φωκά στίς μάχες της Κρήτης, αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου, στήριξε και χρηματοδότησε αυτό το πανάκριβο και τόσο δύσκολο όραμα, αυτό το «τεράστιο έργο» με το οποιο για πρώτη φορά δημιουργήθηκε οργανωμένη μοναστική κοινότητα στο τρίτο πόδι της Χαλκιδικής - όπου μέχρι τότε μονάζανε, σε σπηλιές και καλύβια, σκόρπιοι κάποιοι ερημίτες. Το πρωτο «μεγάλο εργο» ήταν η Μεγίστη Λαύρα που θεμελιώθηκε το 963 με την παρουσία και την επίβλεψη του ίδιου του αγίου Αθανασίου, ενω η Βασιλεύουσα έστελνε καραβιές με όλα τα χρειαζούμενα και πουγγιά με χρυσάφι και χρυσόβουλα με δώρα εκτάσεις τεράστιες, νησιά ολόκληρα που ακόμα ανήκουνε στο μοναστήρι. Ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς είχε υποσχεθεί στον «πνευματικό» του αλλά και αληθινό του φίλο και συμπολεμιστή στις μάχες της Κρήτης Αθανάσιο, πώς μόλις θα ήταν έτοιμος θα άφηνε τον θρόνο και θα πήγαινε στο περιβόλι της Παναγίας για να μονάσει και εκείνος μαζί του. Δεν πρόλαβε όμως, τον δολοφόνησε ο Ιωάννης Τσιμισκής για να του πάρει το θρόνο – αλλά δεν σταμάτησε την χρηματοδότηση. Γι΄αυτό και στην Μεγίστη Λαύρα υπάρχει εικόνισμα που απεικονίζει τον Φωκά, τον Τσιμισκή και τον Αθανάσιο μαζί – μόνο που ο Φωκάς και ο Αθανάσιος έχουνε πάνω απ΄το κεφάλι τους ένα λαμπρό χρυσό φωτοστέφανο ο καθένας, ως άγιοι, ενώ ο Τσιμισκής όχι. Δεν άγιασε ο Ιωάννης αλλά του αναγνωρίστηκε η προθυμία και ο ενθουσιασμός με τον οποίον συνέχισε να χρηματοδοτεί το μέγα για την εποχή αυτό «project» και είναι και αυτός «κτήτωρ» της Λαύρας. Δίστασε λοιπόν για δυό-τρία λεπτά ο Βασίλης, να μπεί στην Αγία Αννα να πάει πρός την Μεγίστη Λαύρα ή να ανέβει στις Καρυές να ευχαριστήσει απο κοντά την Παναγία που είχε στείλει η ίδια τον άγγελό Της και είχε στάξει το ασημένιο, σαν απο πηχτό υδράργυρο ιαματικό δάκρυ της, μέσα στις φλέβες του; Δεν το σκέφτηκε και πολύ, σκαρφάλωσε τελικά στο λεωφορείο που ήτανε κάπως σαν αυτά που βλέπαμε παλιά στίς ταινίες του Ιντιάννα Τζόουνς, ταλαιπωρημένο, βρώμικο, γεμάτο ορθίους, για να πάει στίς Καρυές και την Παναγία του «Αξιον Εστί». Ετσι ένοιωθε. Αφού είχε έρθει στο περιβόλι της για να την ευχαριστήσει και να της ζητήσει την βοηθειά της να βρεί τον δρόμο του, χρέος του ήτανε να πάει να τήν χαιρετήσει, να την φιλήσει και ν’ ανάψει πλάϊ της τα τρία κεράκια του – «στο όνομα του Πατρός και τού Υιού και τούς Αγίου Πνεύματος, για όλους τους ανθρώπους». Εκανε πάνω απο μια ώρα να φτάσει στίς Καρυές το λεωφορείο αλλά ο Βασίλης ούτε που το κατάλαβε γιατι χάζευε μέσα απο τα σκονισμένα παράθυρα την οργιώδη βλάστηση και τα τεράστια δάση με τις βελανιδιές, τίς λέυκες, τα πλατάνια, τίς καστανιές, τα κυπαρίσσια, όλα αστραφτερά καταπράσινα και φρεσκοπλυμμένα απο τίς ανοιξιάτικες ευεργετικές βροχούλες που ο φετεινός χειμωνας δεν τις είχε τσιγκουνευτεί διόλου. Κάποια στιγμή παρκάρησε το κατασκονισμένο και ταλαίπωρο πούλμαν στο πρόσφατα διαμορφωμένο τεράστιο πάρκιγκ λίγο πρίν την είσοδο στίς Καρυές. Εχουνε γίνει τόσο πολλά πιά τα τροχοφόρα κάθε είδους, (μόνο στα απλά ΙΧ απαγορεύεται ακόμα ρητά η είσοδος στο περιβόλι), και είναι τόσα τα «Αγροτικά» κάθε είδους που κάτι μεταφέρουν, έστω ένα σακκί πατάτες, κι΄έτσι παίρνουν άδεια και μπαίνουν, τόσα πολλά τα τζήπ και τα πουλμανάκια και τα φορτηγά των Ιερών Μονών που τούς τα χαρίζουνε ιδιώτες προσκυνητές (οι οποίοι, μέσα στην τρέλλα της κατανάλωσης, αγοράζουνε για τους εαυτούς τους «τα καινούργια», τα πιο προηγμένης τεχνολογίας και τα ακριβότερα). Τέτοια ήταν η αύξηση του αριθμού των τροχοφόρων που μπαινοβγαίνανε για διάφορές «δουλειές» στο Αγιον Ορος τα ταλευταία λίγα χρόνια , ώστε κατέστη κάποια στιγμή επιτακτικά αναγκαίο να δημιουργηθεί αυτό το σύγχρονο πάρκιγκ ώστε κάπου να βολεύονται όλα αυτά τα φορτηγά, τα τζίπ, τα «αγροτικά», τα πουλμανάκια και τα μεγάλα πούλμαν, και να μην τούς επιτρέπεται έτσι η είσοδος μέσα στις Καρυές – το «ιστορικό κέντρο» όπως θα το λέγαμε εδω στον «κόσμο», όπου μόνο οι πεζοί, δόξα τω Θεώ, επιτρέπονται. Ο Βασίλης κατέβηκε, πήρε το μπάκ-πάκ του απο την «κοιλιά» του πούλμαν και, μετά απο δυό-τρία λεπτά περπάτημα, βρέθηκε στο ορεινό χωριουδάκι που, πάντως, είναι η μεγαλύτερη «πόλη» στο Ορος. Εχει δυο- τρία Παντοπωλεία, αρκετά μαγαζιά (με ενθύμια, βιβλία, εικόνες, μοσχοθυμιάματα, αναμνηστικά κ.λ.π), ταβέρνα, ταχυδρομείο, Αγροτική Τράπεζα και στον πυρήνα της, στο κέντρο, στην καρδιά της, έχει το Πρωτάτο με την εικόνα του «Αξιον Εστί», απέναντι απο τα Headquarters, το Διοικητικό Κέντρο όλου του Ορους, το κτίριο όπου στεγάζονται όλες οι υπηρεσίες που εξυπηρετούν την «κυβέρνηση» της τοσο ιδιόμορφης και «αυτοδιοίκητης» αυτής περιοχής του πλανήτη. Ο Βασίλης ρώτησε και προχώρησε κατ΄ευθείαν για το Πρωτάτο που, την ώρα που φτάνει το λωφορείο απο την Δαφνη, είναι πάντοτε ανοιχτό για να μπορούν οι προσκυνητές ν΄ανάψουν το κεράκι τους μπροστά στην θαυματουργή, πανέμορφη αυτή εικόνα – που κρύβει πολλά μεγάλα μυστικά μές΄στο βάθος του Μυστηρίου της, το «δυσθεώρητον και Αγγέλων οφθαλμοίς». Μπήκε προσκετικά, με δέος και συγκίνηση, στο μισοσκόταδο της αγιογραφημένης απο τον Πανσέληνο αυτής Εκκλησίας, τον 14ο , νομίζω, αιώνα. Ακουμπησε σε μια γωνιά το σακκίδιό του και προχώρησε στην Παναγία που τον κοιτούσε κατ΄ευθείαν στα μάτια και του χαμογελούσε. Δίπλα της ήταν το παγκάρι. Αναψε τα τρία κεράκια του και μετά την φίλησε στα χέρια της που κρατούν το βρέφος, στην αγκαλιά της την τόσο τρυφερή, ακόμα και στο πρόσωπο που είναι ακάλυπτο απο το ασημένιο «πουκάμισο» που φοράει η υπόλοιπη εικόνα. Ενοιωσε, σαν σε μία έκλαμψη, σαν να ειχε χωθεί στην αγκαλιά της Ματρώνας – τόσο που νόμισε πως μύρισε και τη μυρουδιά του δέρματός της, την κολώνια της, το σαπούνι της. Μέχρι που ένοιωσε, μέσα στην έκλαμψη, τη αφή και τη υφή του δέρματος της μητέρας του εκεί στην κούρμπα του λαιμού, την καμπύλη του ώμου της. Μετά κάθησε σ΄ένα απο τα απέναντι στασίδια και προσπαθούσε να καταλάβει τι είδους συναίσθημα ήταν αυτό που ένοιωθε, απο πόσο παλιά ερχότανε, πώς το ένοιωθε να κυλάει μέσα στίς φλέβες του και τον έκανε να νοιώθει σαν στο σπίτι του – ή, πιό σωστά, σαν νά βρισκότανε στο σπίτι της γιαγιάς Ειρήνης όπου πράγματι ένοιωθε «σπίτι του», κάτι που ποτε δεν ένοιωσε στο σπίτι του πατέρα του και τής Μίρκας. Χαλάρωσε πολύ βαθειά, ξεχάστηκε, ένοιωσε, πραγματικά «μέρος του σύμπαντος κόσμου», κομμάτι μιας μεγάλης και βαθειά ριζωμένης στην αιωνιότητα σιγουριάς που έρχεται απο πολύ παλιά, πρίν απ΄την γέννησή μας και προχωράει πολύ μπροστά, πολύ μετά τον θάνατο τον σωματικό. Δεν σκεφτότανε καθόλου που θα πήγαινε μετά, σε ποιό μοναστήρι, που θα κοιμότανε το βράδυ, αν ήθελε κάτι να φάει, μήπως τον έβρισκε η νύχτα στο δρόμο, τίποτα τέτοιο. Σκεφτότανε πως η ψυχή του για κάποιον λόγο, με δική της επιλογή, διάλεξε να ενσαρκωθεί και κάποια στιγμή που η μητέρα του και ο πατέρας του κάνανε έρωτα, πήρε την μεγάλη απόφαση και «παρενέβη», στην συνουσία εκείνη την συγκεκριμένη, που εύκολα θα μπορούσε να ήταν «ακόμα μιά φορά» - αλλά εκείνος, με την παρεμβολή του, την έκανε «σύλληψη», γεγονός μέγα και αχώρητο στον νού του ανθρώπου, εμψύχωσε δηλαδή ένα ωάριο και ένα σπερματοζωάριο και με αυτή την ενέργεια, της ψυχής την ενέργεια που είχε έρθει απο έναν άλλον κόσμο, μεταμόρφωσε μια απλή σεξουαλική πράξη σε δημιουργία, άρχισαν τα κύτταρα να πολλαπλασιάζονται με ιλλιγιώδη ταχύτητα αμέσως και να σχηματίζουν ένα έμβρυο που είχε όλες τις δυνατότητες να μετασχηματιστεί μέσα στην μήτρα σε βρέφος, σε άνθρωπο δηλαδή πληρη, ένα δημιούργημα του μηστυριώδους αυτού «αγώστου Χ», που κάπως πρέπει να τον ονομάσουμε και τον ονομάζουμε, όσοι από από μας το θέλουμε, «Θεό» και τον ταυτίζουμε με τον δημιουργό του σύμπαντος κόσμου. Αυτό το συγκλονιστικό θαύμα, ίσως επειδή είναι ένα απο τα πιό συνηθισμένα γεγονότα της καθημερινής ζωής όλονών μας παγκοσμίως, η γέννηση δηλαδή ενός ανθρώπου, δεν απασχολούσε – απ΄όσο τουλάχιστον είχε προσέξει ο Βασίλης – σχεδόν καθόλου τους ανθρώπους. Το θεωρούσαν απολύτως φυσικό χωρίς να του αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία: Κι΄όμως, απο το τίποτα σχεδόν, απο δυό κύτταρα που ούτε μπορείς να τα δείς με το μάτι σου, τόσο μικροσκοπικά, ταπεινά και «ασήμαντα» είναι, φτιάχνονται συνεχώς και ακαταπαύστως, απο καταβολής κόσμου, άνθρωποι και άλλοι ζώντες οργανισμοί που λειτουργούν τέλεια. Αυτός ο ίδιος, ο Βασίλης, ήταν ένας ασύληπτα πολύπλοκος συνδυασμός μοναδικών κυττάρων ενόργανης ύλης που κανείς ποτέ, όσο και αν μελέτησε, όσο και αν πειραματίστηκε, όσο και αν προσπάθησε με όλα τα μέσα, δεν κατάφερε να εξηγήσει πώς και ποιός και πότε κατάφερε να τον δημιουργήσει. Ποιός είναι ο δημιουργός του ανθρώπου; Δεν μπορείς να πείς «ο άνθρωπος» γιατί κάπως, απο κάπου, με κάποιον τρόπο, πρέπει να προέκυψε ο πρώτος άνθρωπος και κάπως με κάποιον άλλον ασύληπτο και ακόμα πλήρως ανεξερεύνητο λόγο ο άνθρωπος χωρίστηκε σε δύο είδη, σε άνθρωπο με σώμα ανδρικό και άνθρωπο με σώμα γυναικείο. Αλλο μεγάλο μυστήριο. Ποιός το σκέφτηκε αυτό, ποιός το σχεδίασε; Γενικά για τον Βασίλη ήταν απορίας άξιον το γεγονός πως οι άνθρωποι δεν αναρωτιόντουσαν ποτέ για τίποτα και τα θεωρούσαν όλα δεδομένα. «Ξημερώνει» σου λέει. Τι πιό φυσιολογικό. Εχουμε φτιάξει παρατηρητήρια και εκπληκτικής ευαισθησίας και τεχνολογίας όργανα και παρατηρούμε τους πλανήτες και ξέρουμε πότε θα περάσει ό Δίας απο δεν ξέρω πού ή πότε η Αφροδίτη θα βρεθεί απέναντι στον Αρη και χιλιάδες άλλα πολύ πιό πολύπλοκα μυστικά της αρμονικής του σύμπαντος, αλλά ξεκινάμε πάντα θεωρώντας οτι αυτά είναι δεδομένα. Φυσικά και θα ξημερώσει. Αυτό έλλειψε να δύσει ένα βράδυ ο ήλιος και να μην ανατείλει ξανά – δεν γίνεται αυτό το πράγμα. Και είναι απολύτως φυσιολογικό να γεννιούνται άνθρωποι απο την ολοκληρωμένη σεξουαλική συνεύρεση, δεν είναι κάτι που χρειάζεται σκέψη. Κι΄όμως. Η ψυχή ή, όπως και αν το ονομάσουμε, αυτό που ενεργοποιεί την ύλη και μεταμορφώνει κομματάκια σκόνης, υδρογόνου, οξυγόνου, μετάλλων, ιχνοστοιχείων, τόσο ριζικά ώστε απο νεκρή ύλη να γίνονται πολύπλοκοι ζωντανοί οργανισμοί, πλάσματα σχεδόν τέλεια, σαν τον άνθρωπο, δεν είναι κάτι που έχει επαρκώς εξηγηθεί εδώ, σ΄αυτή την διάσταση, στο τριδιάστατο. Δεν έχουμε βρεί κάποιο απειροελάχιστο σωματίδιο που να απομονώνεται στο εργαστήριο και το οποίο αν το προσθέσουμε σε ένα «έξυπνο» μίγμα ανόργανης ύλης (τα συστατικά π.χ που «φτιάχνουν» ενα ανθρώπινο σώμα), να δίνει ζωή σ΄αυτό το μίγμα. Είναι μία διαδικασία η γέννηση ενός ανθρώπου που ξέρουμε πιά πως εξελίσσεται απο την στιγμή του «ζευγαρώματος» των δυό πρώτων κυττάρων και θα μπορούσαμε να την περιγράψουμε επακριβώς – γιατί την έχουμε μελετήσει και την έχουμε αποκωδικοποιήσει. Αλλά το πρίν απ΄αυτό δεν το ξέρουμε ούτε τολμούμε να το πλησιάσουμε. Το ίδιο συμβαίνει και με τον θάνατο. Μιλάω με τον Γιώργο, είμαι δίπλα του, με κοιτάζει, δακρύζει, τον αγγίζω, του μιλάω, μού απαντάει, γελάω, γελάει, ζεσταίνεται, πεινάει, πονάει, σκέφτεται, τρώει μια μπριζόλα με πατάτες και το στομάχι του τα επεξεργάζεται αυτά που τρώει και όλα του τα όργανα λειτουργούν τέλεια και ξέρουν να ξεχωρίσουν το χρήσιμο για τον οργανισμό απο το άχρηστο και ο Γιώργος πάει στην τουαλέττα και στέλνει πίσω στην φύση, στο τρισδιάστατο αυτού του πλανήτη, οτι δεν του είναι χρήσιμο. Λειτουργεί τέλεια ο Γιώργος και έχει και συναισθήματα και ιδιαιτερότητες και πάθη και ανάγκες και περισέυματα. Και ξαφνικά λέει «άχ», βάζει το χέρι στην καρδιά, τον πιάνει ένας έντονος πόνος και πέφτει κάτω στο πάτωμα του living room και δεν ζεί πιά, είναι εκεί η ύλη που τον συνέθετε αλλά ο Γιώργος δεν είναι. Εφυγε. Αυτό που έμεινε θα μπορούσε να ήταν ένα κέρινο ομοίωμά του αλλά δεν είναι γιατί αμέσως αρχίζει μια διαδικασία που την λέμε αποσύνθεση και ένα-ένα τα κύτταρα αρχίζουν και αποσυνδέονται το ένα απο το άλλο και δεν αποτελούν πιά ενότητα και όπως είναι θέμα χρόνου το έμβρυο να γίνει βρέφος και το βρέφος να μπουσουλίσει και μετά να περπατήσει και μετά να μιλήσει, έτσι είναι θέμα χρόνου και για το πτώμα (περίπου του ίδίου χρόνου μάλιστα, τρία «γήϊνα χρόνια» χοντρά- χοντρα) να διαλυθεί εντελώς εις τα εξ ων συνετέθη και να μείνουν μόνον τα κόκκαλα και τα μαλλιά που αργούν περισσότερο να λυώσουν – αλλά λυώνουν κι΄αυτά και ξαναγίνονται χώμα πάνω στο οποίο πιθανότατα περπατάμε. Είναι γνωστό, το γράφουν ακόμη και τα περιοδικά lifestyle, οτι το μεγαλύτερο μέρος της σκόνης που μαζεύει το σπίτι μας είναι τα νεκρά μας κύτταρα που συνεχώς αντικαθίστανται απο άλλα και ανανεώνονται. Ο άνθρωπος λοιπόν έτσι όπως τον ξέρουμε, σαν σώμα, ειναι φτιαγμένος μόνον απο υλικά που μπορούν να βρεθούν στην Γή. Κανείς απο μας δεν έχει μέσα στο σώμα του κάποιο μέταλλο ή στοιχείο που υπάρχει στον Κρόνο αλλά στην Γή δεν υπάρχει. Είμαστε φτιαγμένοι απο υλικά εντελώς γήϊνα και μόνο γήϊνα. Για κάποιον μυστήριο λόγο ο άνθρωπος όπως τον ξέρουμε μέχρι σήμερα είναι ένα πλάσμα που δημιουργείται μόνο στην Γή, αναπτύσσεται πάνω της και δημιουργεί, ταξιδεύει, μαθαίνει, μεγαλουργεί, γεννάει, γελάει και ζεί με τίς πέντε αισθησεις του μέσα στις τρείς διαστάσεις που του παρέχονται εδώ, σ΄αυτόν τον πλανήτη. Δανείζεται ύλη απο τη Γή, την εμψυχώνει (ή την «ενεργοποιεί» αν δεν πιστεύει κάποιος στην ύπαρξη ψυχής και προτιμάει αυτόν τον όρο) και μετά απο κάποιο χρονικό διάστημα «βγαίνει» απ΄αυτή την ύλη, την απενεργοποιεί και αφήνει πίσω του 80 κιλά «κρέας» που σαπίζει και γίνεται χώμα και μέταλλα και υδρογόνο και ότι άλλο έχει χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή του σώματος μέσα στο οποίο έζησε. Φεύγοντας τα επιστρέφει όλα στην ύλη που συναποτελεί τον πλανήτη. Και αυτή η ύλη ανακυκλώνεται και αυτή τη στιγμή που ο Βασίλης κάθεται ακουμπισμένος στο στασίδι μπροστά στο εικόνισμα του «Αξιον Εστί» στίς Καρυές στην εκκλησία του Πρωτάτου, μπορεί ένα ελάχιστο μόριο απο κάποιο κύτταρο που «έζησε» στο στήθος της μητέρας του, της Ματρώνας, που τον θήλασε όταν ήτανε βρέφος, να είναι τώρα μέρος μιάς παπαρούνας ή ενός εντόμου, μιας μέλισσας που φτιάχνει μέλι ή ενός ουρανοξύστη στο Χόγκ-Κόγκ ή στο Μανχάτταν. Μόρια απ΄τα χέρια που κάποτε τον αγκαλιάζανε ταξιδεύουνε τώρα σκόρπια σ΄όλη τη φύση, έχουνε επιστρέψει στην φυσική πρώτη τους μορφή ή έχουν ενσωματωθεί σε άλλες υλικές οντότητες, «ζωντανες», όπως τα φυτά ή τα ζώα, ή σε άλλες μορφές, δίχως ζωή – σ΄έναν βράχο, μια πέτρα, μια στάλα βροχής, ένα ρούχο. Για τον Βασίλη, μετά την απίστευτη αυτή ιστορία που έζησε με σώμα και ψυχή και που τον οδήγησε ως τον θάνατο για να τον επαναφέρει, για κάποιον λόγο σίγουρα, στην πλήρη υγεία, τίποτα πιά δεν ήταν δεδομένο. Το γεγονός πώς αυτή τη στιγμή καθότανε σ΄ενα στασίδι μπροστά στο «Αξιον Εστί» και οτι μπόρεσε να φτάσει μέχρι εδω χρησιμοποιώντας τις δικές του φυσικές σωματικές δυνάμεις (και τα μεταφορικά μέσα βέβαια, τούς δρόμους, τα εισητήρια, τα χρήματα για τα εισητήρια κ.λ.π), δεν σήμαινε πιά καθόλου οτι είναι κάτι πολύ απλό και φυσικό που θα μπορούσε να το κάνει ανα πάσαν στιγμήν όπως το κάνουν, φυσικά και μηχανικά σχεδόν, εκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη. Αυτό που είχε ζήσει του είχε διδάξει οτι το γεγονός πως τα πόδια του λειτουργούσαν μια χαρά μέχρι να τον φέρουν ως εδώ, δεν σήμαινε καθόλου απαραίτητα πως θα λειτουργούσαν «δεδομένα» και για να τον σηκώσουν απο τη θέση του και να τον πάνε κάπου αλλού. Τίποτα δεν ήταν πιά δεδομένο. Ολα είχαν το βαθύτερο νόημα του «θαυματος» πιά. Το οτι βρισκόταν εκεί που βρισκόταν εκείνη τη στιγμή ήταν ένα πολύπλοκο, σύνθετο, ασύληπτο θάυμα – το οποίο κανείς δεν θα μπορούσε να εξηγήσει «λογικά». Και αυτή η πολυπλοκότητα ακόμα και των πιό ασήμαντων πραγμάτων, των πιό «αρχαίων» και συνηθισμένων, όπως η σπορά, ο θερισμός, ή επεξεργασία του σιταριού και η μεταμόρφωσή του σε αλεύρι και ψωμί π.χ, απασχολούσε τώρα πια τον Βασίλη πάρα πολύ γιατί μέσα απο αυτήν την πολυπλοκότητα μπορούσε να διακρίνει οτι υπάρχει νόημα στο κάθε τι, οτι η ψυχή του κάνει αυτό το ταξίδι σ΄αυτές τις διαστάσεις, ντυμένη τα υλικά αυτού του πλανήτη, γιατί είναι ακόμα ζωντανή και έχει να μάθει πολλά – όλα όσα θα της είναι χρήσιμα όταν θα φύγει απο εδώ για να πάει παρα πέρα. Παρα πέρα, ναί. Απο κάπου ερχότανε ο Βασίλης, για κάποιο λόγο έκανε αυτή τη στάση εδω στη Γή και κάπου πήγαινε. Είχε μιαν αποστολή, έτσι ένοιωθε πιά. Και ηταν πολύ παράξενο που σκεφτότανε έτσι γιατί 19 χρόνια τώρα ποτέ δεν είχε σκεφτεί έτσι. Ξαφνικά, μετά τον κεραυνό του καρκίνου, τα απίστευτα μαρτύρια που πέρασε στο διάστημα της αρρώστειας του, την κάθοδό του μέχρι το πρώτο σκαλοπάτι του Αδη και την απρόσμενη επιστροφή του στον κόσμο των ζωντανών, ένοιωθε συναισθήματα πολύ ισχυρά και πρωτόγνωρα που του δίνανε πιά άλλου είδους δονήσεις και μια εσωτερική δύναμη πρωτοφανή για τα δικά του μέτρα και τη μέχρι τώρα εμπειρεία του. Αυτό το πολύ σύνθετο και συγχρόνως ασύλληπτο όργανο που κουβαλούσε μέσα στο κρανίο του, ο εγκεφαλός του, εργαζότανε συνεχώς αποροφώντας εικόνες, λόγια, τοπία, αγγίγματα, βαθειές αναπνοές, τα χίλια μυρια συστατικά ενός κόσμου ολοκαίνουργιου γι΄αυτόν, στον πυρήνα του οποίου είχε εγκατασταθει σε μεγαλόπρεπο θρόνο η αγάπη με τίς μυριαδες των αοράτων ενεργειών της που μεταμόρφωνε τον κόσμο. Αλλοιώς έβλεπε πιά τον πατέρα του, την Μίρκα, τούς φίλους του, την Ελευθερία, με εντελώς «αλλα» αισθήματα αγαπητικά που επεξηγούσαν ολοφάνερα τις συμπεριφορές τους – ακόμα και τα φάουλ τους στον ρεαλισμό. Η αγάπη του για τον πατέρα του ειχε ενδυναμωθεί απίστευτα και,ήδη, τον καταλάβαινε πιά, και τον δικαιολογούσε σχεδόν απόλυτα. Η αγάπη, αυτο το μέγα και ανεξερεύνητο μυστήριο που πρώτος ο Ιησούς Χριστός εκύρηξε στην ανθρωπότητα, τον είχε «καταλάβει» ολόκληρον απο κορφής μέχρι ονύχων, σωματικά, αλλά δια του νου «του υπερ νούν», το ανώτατο, το υψηλότερο πάσης βαθμίδας «ανω τερματικό» που κάπου πρέπει να βρίσκεται επιτέλους και από εκεί να διαφεντεύει με τέτοια αποτελεσματικότητα το σύμπαν άπαν. Ο Μοναχός με το διακόνημα να ανοίγει και να κλείνει τον ιερό Ναό του Πρωτάτου τις σωστές ώρες, τον πλησίασε και τον σκούντηξε ελαφρά για να τον επαναφέρει στον χώρο και στον Χρόνο. «Πρέπει να κλείσω δυστυχώς, είναι ώρα αναπάυσεως μέχρι τον Εσπερινό και το Απόδειπνο». Ο Βασίλης σηκώθηκε, έδωσε άλλο ενα φιλί στην Παναγία κα φορτώθηκε το μπακ-πάκ του. Εδωσε το χέρι του στον Μοναχό και επιχείρησε να του «βάλει μετάνοια», να του φιλήσει δηλαδη τον χέρι, αλλά ο αγιορείτης το τράβηξε απότομα, νοιώθοντας ίσως ανάξιος για χειροφιλήματα και μετάνοιες. «Πρός τα που πάτε», τον ρώτησε ο διακονητής καθώς «συμμάζευε» για το κλειδωμα του Πρωτάτου ως τον εσπερινό. Δεν τόχε σκεφτεί ο Βασιλης. «Δεν ξέρω», απάντησε, χωρίς καν να το σκεφτεί. «Οπου με βγάλει», Χαρηκε ο μοναχός και χαμογέλασε πολύ φωτεινά. «Αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να αξωθείς την χάρη της Παναγίας μας, εδω στο περιβόλι Της. Να της αφεθείς. Τίποτα κακό δεν μπορεί να σου συμβεί εδω αν δεν κανεις κακούς λογισμούς, άχρηστους και επιβλαβείς συνειρμούς δηλαδή. Προχώρα με Φώς και πίστη και θα εκπλαγείς απ΄αυτα που θα ζήσεις. Την ευχή της Παναγίας μας νά έχουμε όλοι. Να πάρε κι΄αυτό. Είναι λαδακι απ΄το καντηλι της. Θα σε οδηγήσει εκεί που η ψυχή σου διψάει να φτάσει». Ο Βασιλης βγήκε απο την εκκλησία και ήταν ακόμη τρεις παρα η ώρα. Είχε πολύ χρόνο μπροστά του, είχε προχωρήσει πια πολύ ο Μάϊος και η μέρα ήτα μεγάλη, 14 ώρες φώς, 10 ώρες σκοτάδι.
Είχε και πέντε ώρες μπροστά του μέχρι να κλεισουν οι πύλες των μοναστηριων που κλειδώνουν με την δυση του ηλίου. Κατηφόρισε σιγά- σιγά πρός την Ι.Μ Σταυρονικήτα, ένα πολύ όμορφο μάλλον μικρό παραθαλλάσιο μοναστηρι. Και περπατώντας χαλαρα σαν μέσα σε δικό του κήπο, χαμογελούσε ασυναίσθητα συνεχώς – και ένοιωθε πολύ ευτυχισμενος - συναίσθημα που, απ΄όσο θυμόταν δεν το είχε ξανανοιώσει έτσι, με τέτοια πληρότητα και εσωτερική ηλιοφάνεια, ποτέ στη ζωή του.
30/07/2009 23:16 by zardav Posted in Uncategorized | 1 Comment
” Ο Βασίλης “, κεφάλαιο “Μ”.
29/07/2009 21:37 by zardav Posted in Uncategorized | 4 Comments
“Ο Βασίλης τον 21ο αιώνα” : “Λ”
24/07/2009 11:58 by zardav Posted in Uncategorized | 4 Comments
“Ο Βασίλης τον 21ο αιώνα” : “Κ”
22/07/2009 18:50 by zardav Posted in Uncategorized | No Comments
“Ο Βασίλης τον 21ο αιώνα” : “Ι”
21/07/2009 1:25 by zardav Posted in Uncategorized | 4 Comments

