Τέλος Αυγούστου : Καλό μήνα Σεπτέμβριο!
Η πρώτη φετεινή βροχή με βρήκε στα βαθειά, να κολυμπάω. Είχα ξανοιχτεί, και εκεί μακρυά, ολομόναχος μεσα σ’ αυτό το υγρό γαλάζιο σπίτι μου, το βελουδένιο και μεταξωτό, σκεφτόμουνα φωναχτά. Φαντάζομαι οτι δεν διαφέρω πιά και πολύ απο αυτούς που τους λέμε τρελλούς – μόνο που αυτοί μιλάνε μόνοι τους, αλλά δεν το κάνουν στα κρυφά, το κάνουνε στα φανερά, στη μέση του δρόμου. Εγω όχι. Ξανοίγομαι στα βαθειά ή σκαρφαλώνω κάπου ψηλά, εκεί που νομίζω οτι δεν μ’ ακούνε πια οι ενσαρκωμένοι, κι’ αρχίζω εναν διάλογο με τον εαυτό μου που γίνεται βαθύς και ουσιαστικός γιατί τον ρωτάω πράγματα κι’ αυτός μου απαντάει. Τον ρωτάω γιατί νοιώθει έτσι καλά σήμερα ή γιατί είναι μελαγχολικός, τι πιστεύει πως πρέπει να κάνω «επαγγελματικά» για να τα βγάλουμε πέρα οικονομικά και να μη μας κυνηγάνε το χειμώνα οι τράπεζες, κουβεντιάζουμε για τούς φίλους και τίς σχέσεις και το βιβλίο που παλεύω να γράψω και για τούς ζωντανούς, τούς αγαπημένους, τούς συνομίληκους, τούς ηλικιωμένους, τα παιδιά, τούς πεθαμένους. Μιλάμε για τον Γιώργο, το ξαδερφάκι μου, και τον τρόπο που έφυγε, τόσο βιαστικά και απότομα. Μιλάμε για τον Ομπάμα και για το αν πρέπει τελικά να αλλάξω σπίτι, για τα τραγούδια και γιατί τ’ αφήσαμε – ή μας αφήσανε – τόσο πίσω τα τελευταία λίγα χρόνια. Μιλάμε βέβαια και για τον θάνατο, αλλά όχι σαν κάτι «τρομερό», «σκοτεινό» ή παράξενο. Μιλάμε για τον θάνατο όπως μιλάμε και για την γέννηση και συμφωνούμε καθώς κολυμπάμε και μαζεύονται σιγά-σιγά, προτελευταία μέρα του Αυγούστου, τα σύννεφα που θα φέρουν τη βροχή, πως ο θάνατος είναι μια μετάβαση, μια μεταμόρφωση, ένα άλμα στο κενό απαραίτητο για την ολοκλήρωσή μας την «ενεργειακή», την ψυχική. Σήμερα είδικά η κουβέντα είχε ανάψει και το κολύμπι ήτανε μια απίστευτη απόλαυση με μια «πνευματική» ας την πούμε αίσθηση που συνοδευότανε, δεν ντρέπομαι να το πώ, με την βεβαιότητα ενός θαύματος που, πάλι, επέρχεται άμεσα, γιατί είναι αναγκαίο. Εδω, λίγο πιό κάτω απο το σπίτι, υπάρχει μια εκκλησία αφιερωμένη στην Γέννηση τής Παναγίας η οποία όταν την πρωτοείδα ήταν ένα βουνό τσιμέντο - και μετά ενα άθλιο γιαπί - και χρόνο τον χρόνο παίρνει σχήμα και μορφή και περιεχόμενο και τώρα πιά είναι σχεδόν ολόκληρη αγιογραφημένη εκτός απο τα ταβάνια και τον τρούλο. Οι ολόσωμοι άγιοι με τα χερουβείμ και τα σεραφείμ και τις σχετικές διακοσμήσεις της κλασσικής νεο-βυζαντινής και μάλλον «Αθηναϊκής» σχολής, επηρεασμένες νομίζω απο την γενιά του Κόντογλου και των μαθητών του, έχουν καλύψει τους επι χρόνια υπομονετικά αναμένοντες κάποτε ασβεστωμένους τοίχους απο το πάτωμα μέχρι το ταβάνι – που περιμένει, αλλά δεν θα περιμένει πιά για πολύ γιατί βρέθηκαν τα χρήματα για την ολοκλήρωση του έργου και μέσα στον επόμενο χειμώνα, ελπίζουμε, θα είναι «Το Γενέθλιον τη Θεοτόκου» πλήρες και πανέτοιμο, καρπός της αγάπης και της πίστης εκατοντάδων συγχωριανών και γειτόνων που όλοι δίνανε απο το υστέρημα ή το πλεόνασμά τους τόσα χρόνια. Είναι σταυροειδής η εκκλησία, μετα τρούλου. Ταπεινή, μικρή σχετικά αλλά όχι στα μέτρα πούχει ένα ξωκκλήσι, πιό μεγάλη εμφανώς, να χωράει καμμιά σαρανταριά, άντε πενήντα άτομα. Διαμορφώθηκε μέσα στα εικοσι-τριάντα χρόνια που έρχομαι εδω σιγά-σιγά, πέτρα την πέτρα και άγιο τον άγιο και φέτος μούπε ο Βασίλης θα πανηγυρίσει την άλλη Κυριακή, 7 του μηνός που είναι τα προεόρτια της γεννήσεως της Παναγίας (και η γιορτή του άγιου Σώζοντος ή Σώστη), γιατί 8 γιορτάζει πανηγυρικά, αλλά η γιορτή πέφτει Δευτέρα οπότε το πανηγύρι θα αναδιπλωθεί μέσα στο Σαββατοκύριακο, με κορύφωση την Θεία Λειτουργία της Δευτέρας στην οποίαν ελπιζω νάμαι εδω. Την έβλεπα απο πολύ μακρυά την ασβεστωμένη όμορφη εκκλησία με τα κόκκινα κεραμίδια και είπα «το βράδυ θα πάω ν’ ανάψω τα καντήλια και να διαβάσω εκει μέσα το Μικρό Απόδειπνο με του 24 Χαιρετισμούς στην Θεοτόκο που διαχωρίζονται (ή γεφυρώνονται) με την γνωστή σε όλους φράση «Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε». Και συνέχισα να κολυμπάω κοιτάζοντας πιά απο την άλλη μεριά, πρός τον Πόρο, πρός το Σαρωνικό και το Σούνιο διαγωνίως απέναντι, νοητά βέβαια, όχι οτι τα έβλεπα με τα μάτια μου. Το βλέμμα μου έψαχνε τον Λυκαβηττό και την Ακρόπολη, το 38ο Χιλιόμετρο Αθηνών-Σουνίου, τα βουνά της Αργολίδας απο πίσω μου, τα φουσκωτα και τα καράβια που ταξίδευαν πρός τα εδω ή πρός τα κεί. Και η κουβέντα συνεχιζότανε γιατί μέσα απ’ αυτήν την κουβέντα θα βρεί την αιχμή του δόρατος που αναζητεί το βιβλκίο μου, που το δουλεύω κάθε μέρα και προχωράει, αλλά όσο προχωράει τόσο περισσοτερες καινούργιες πόρτες μου ανοίγει με αποτέλεσμα να αυξάνεται μεν και να πλυθήνεται, αλλά να μην έχει βρεί ακόμα την αιχμή του δόρατος που θα το κάνει ελκυστικό (οχι εμπορικά, δεκάρα δεν δίνω), ελκυστικό για τούς αναγνώστες που ονειρευόμαι να αποκήσω και που κάποιοι απ’ αυτούς άρχισαν να με μαθαινουνε σιγά-σιγά μέσα απ’ αυτό το ευλογημένο μπλόγκ. Κολυμπούσα λοιπόν και σκεπτόμουνα αναλυτικά, συθετικά, όσο καλύτερα μπορούσα, ώστε να βγω επιτέλους σ΄ενα σαφές ξέφωτο. Η απάντηση που πήρα ήταην σαφής : Χαλάρωσε και μην ζορίζεσαι. Αν έχεις κάτι να πείς θα το πείς, αν δεν έχεις, δεν έχεις. Και ξάπλωνα ανάσκελα στη θάλασσα που ήταν λάδι πηχτό και κοίταζα τα συννεφα, μαύρα πιά και σκούρα γκρίζα, να μαζεύονται και να κρύβουν το ήλιο. Ημουν ήδη δυόμιση ώρες μέσα στο νερό και ήμουν μακρυά, οπότε άρχισα να κολυμπάω πρός το σπίτι. Τότε έπεσε η πρώτη σταγόνα της βροχής στην επιφανεια της θάλασσας και οι αστραπές με τα μπουμπουνητά άρχισαν να χαλάνε κόσμο ενω η βροχή δυνάμωνε και δεν την έχω ζήσει, χρόνια τώρα, αυτή τη μαγευτική αίσθηση να κολυμπάς και να ρίχνει καρτεκλοπόδαρα σαν αγιασμό απ΄τόν ουρανό στη θάλασσα κα την φαλάκρα σου. Το σώμα μου και η θάλασσα έχουνε γίνει ξαφνικά πολύ φίλοι και η παράξενη επίδρασή της στην ψυχική και σωματική μου υγεία μου υπενθυμίζει οτι κάποτε, σε άλλες εποχές, όλα γιατρεύονταν απο την ίδια τη φύση. Μ΄έπιασε μια κράμπα κάποια στιγμή, στην δεξιά πατούσα, με οξύτερο τον πόνο στα δάχτυλα του ποδιού που κατέβηκαν τα κακόμοιρα πολύ πληγωμένα απο την κορυφή του Αθωνα πριν δέκα μέρες, αλλά μέ τέσσερις μέρες κολύμπι στου Τάσου και άλλες δύο (μέχρι σήμερα) εδω στής Μανουέλλας έχουνε πλήρως ιαθεί κι’ έχουνε κλείσει όλες οι πληγές – απο την ιαματική επίδραση της θάλασσας που κυριολεκτικά θεραπευει πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν. Η κράμπα ήρθε απότομα και πόνεσε και όταν είσαι στ’ ανοιχτά πρέπει να μπορέσεις να το ελέγξεις το πράγμα γιατί, τένοντες είναι αυτοί, διασυνδέονται και παίρνουν εντολές απ΄τον εγκέφαλο. Ενας μικρός πανικός ή ενας λανθασμένος χειρισμός μπορεί να σου χαλάσει την απόλαυση και να σε ταλαιπωρήσει με οξείς πόνους και να σε στείλει αδιάβαστο Σαββατοκυριακάτικα. Αφησα λοιπόν τον πόνο να «υπάρχει» σε δεύτερη μοίρα και συγκεντρώθηκα στο γεγονός πως όλο το νευρικό σύστημα μαζί με το μυϊκό, απο τίς τρίχες του κεφαλιού μας μέχρι το νύχι στο μικρό μας δαχτυλάκι, αποτελούν τμήματα μιάς ενότητας που έχει την δυνατότητα να επαναφέρει εύκολα μια κράμπα στην θέση της. Λίγη χαλάρωση χρειάζεται, να μην το ζορίσεις, να νοιώσεις πως αυτά τα νεύρα που στέλνουνε την είδηση του πόνου στον εγκέφαλο ανήκουν σε μια οικογένεια τενόντων και μικροτέρων αλληλοσυνδέσεων που για να λειτουργούν σωστά πρέπει όλα να λειτουργούν σωστά. Δεν πιέστηκα λοιπόν, κολύμπησα πιό χαλαρά, φροντίζοντας να «ενώνω» νοητά όλο το μυϊκο μου σύστημα, όλον τον μηχανισμο του σώματος που είναι ένας και ενιαίος, με το προς στιγμήν βραχυκυκλωμένο τοπικό σύστημα της δεξιάς πατούσας. Οσο αυτό το αίσθημα γινότανε συνειδητότερο και το σώμα ένοιωθε πως ενα σημείο του θέλει βοήθεια, οι μύς τής γάμπας κατ’ αρχήν χαλάρωσαν και επέτρεψαν στην ελαφρά κράμπα να πάρει ανάσα. Σε δέκα λεπτά δεν υπήρχε τίποτα, όλα είχαν επανέλθει στη θέση τους και το κολύμπι μετα του εσωτερικού διαλόγου που σας έλεγα συνεχίστηκε. Είμαι τόσο ευχαριστημένος απο την εσωτερική μου αναμόρφωση και την εκ βάθρων ανατροπή στον τρόπο που κοιτάζω πιά τα πράγματα, τούς ανθρώπους και αυτό που λέμε «δουλειά» (ο Μίλτος το λέει «εργασία» γιατί η λέξη «δουλειά» του θυμίζει «δουλεία») ώστε δεν με νοιάζουν πιά ενα ολόκληρο πακέττο πραγμάτων που μέχρι πρόσφατα μ’ απασχολούσαν. Αλλά η ομορφιά συνεχίζει να με νοιάζει πάρα πολύ, όλο και περισσότερο, τόσο που κάποιες στιγμές με επαναφέρει αυτό το «νοιάξιμο» στα αισθήματα της ηβης και της εφηβείας, τότε που ο κόσμος απλώνεται μπροστά μας σαν γυμναστήριο και παιχνιδότοπος, σαν το πιό ευγενές άθλημα όπου θα μετρηθούν οι επιδόσεις μας ανάλογα με του καθενός τίς επιδεξιότητες και τα κάθε είδους εμφυτα ταλέντα και τις «ευκολίες». Διάβασα, γέλασα, έφαγα, έγραψα και όπως έδυε ο ήλιος πήγα στο εκκλησάκι του «Γενεθλίου της θεοτοκου» και προσυεχήθηκα για όλους και για όλα με πολλή προσήλωση και αυτοσυγκέντρωση. Γύρισα πίσω και αφου φάγαμε με το Μανουελάκι κατεβηκα εδω στο δωμάτιο και κάθησα μπροστά στο λαπ-τοπ μου να τα πώ αυτά που ένοιωσα : Οταν έπεσε η πρωτη σταγόνα ήτανε σαν αγιασμός, και η δεύτερη και η Τρίτη. Μετά ξέσπασε η μπόρα και η χαρα μου ήταν τέτοια που πώς να την περιγράψω; Δεν έχω λόγια. Πέφταν κάθετα οι χοντρές σταγόνες απ’ τον ουρανό του Θεού και, πέφτοντας έφτιαχναν εκατομμύρια μικρούς πίδακες, αναλαμπές υγρών στιγμών σαν μικροσκοπικά συντριβανάκια, απολαυστικές να τις βλέπεις απο τόσο κοντα και να τις ακούς κιόλας να συνθέτουνε μια μουσική πολύ ιδιαίτερη και μαγευτική. Η θάλασσα δεν αντεδρασε. Παρέμεινε απόλυτα ήρεμη κια γαλήνια, σαν μια τεράστια λίμνη. Ουτε αέρας σηκώθηκε. Μόνο αυτή η γνώριμη και απερίγραοτη μυρωδιά του βρεμμένου απ΄την ]βροχή χώματος και των φρεσκοπλυμμένων φυτών που είχαν μήνες να απολαύσουν τέτοιο δώρο. Κυριακή αύριο, η τελευταία μέρα του Αυγούστου. Την Δευτέρα έχουμε Πρωτοχρονιά (εκκλησιαστικά!) γιατί όλος ο κύκλος ξαναρχίζει πάλι απο το μηδέν - για να μας ξαναφέρει, υγεία νάχουμε, του χρόνου τη ίδια μέρα, στο ίδιο σημείο. Ελπίζω μόνο αυριο ναχει ήλιο και να είναι ντάλα καλοκαίρι για ν’ απολαύσω την Κυριακή και το κολύμπι μου. Ετσι κι΄αλλοιώς θα κολυμπήσω δηλαδή – αλλά να μην πάρουμε και λίγο χρώμα; Υ.Γ : Ξημέρωσε η Κυριακή και προχώρησε, σε λίγο θα ξεκινήσουμε για Αθήνα. Αλλά κολύμπησα πολύ, πάνω απο ένα τρίωρο και νοιώθω τίς μπαταρίες μου κάργα φορτισμένες. Εκπομπές και γραψίματα και “δουλειές” απο αύριο - μέχρι την Παρασκευή που γιορτάζω κιόλας ο προφήτης Ζαχαρίας. Και μετά, καιρού επιτρέποντος, κι’ αλλη θάλσσα, κι’ αλλες βουτιές, κι’ αλλο κολύμπι. Θεού θέλοντος πρώτα - και καιρου επιτρέποντος δευτερευόντως. Διότι και με βροχή κολυμπάμε και με συννεφιές και με κρύο. Φτάνει νά είμαστε κοντα στη θάλασσα… Υ.Γ : Σπίτι στην Αθήνα. Το παιχνίδι με το Χρόνο συνεχίζεται. Ολα ωραία και τακτικά, έχω διαλέξει τραγούδια για την αυριανή εκπομπή, εχω σημειώσει τις δουλειές που έχω να κάνω ξυπνώντας, πληρωμές, λογαριασμούς, κάτι να στείλω μ’ ένα courrier, τηλεφωνήματα, υπενθυμίσεις, λογιστήρια, νοίκια, ηλεκτρικά, νερά, τηλέφωνα κινητά και ακίνητα, Φωταέριο Αθηνών, κάρτες, δυο e-mail υπενθυμίσεις για κάποιες δουλειές που μ’ ενδιαφέρουνε πολύ και, βέβαια, το νού μου στο κυρίως θέμα, το γράψιμο, διότι αυτό θα μετρήσει στον τελικό λογαριασμό. Ωραία. Μ’ αρέσει. Καλό μας ξημέρωμα και ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!
31/08/2008 15:20 by zardav Posted in Uncategorized | 10 Comments
Μπάρακ Ομπάμα : Μια μεγάλη ελπίδα.
15:06 by zardav Posted in Uncategorized | No Comments
Αντε πάλι η Μύκονος στούς N.Y.Times…
24/08/2008 17:34 by zardav Posted in Uncategorized | 9 Comments
Τα κεφάλια μέσα, το διάλλειμα τελειώσε!
21/08/2008 20:59 by zardav Posted in Uncategorized | 9 Comments
Μετά την Μεταμόρφωση
20/08/2008 20:50 by zardav Posted in Uncategorized | 8 Comments


