Αστρα σαν κιμωλία στα χέρια μου…
Τελευταία Παρασκευή του Ιουνίου 2008 στην Παλαιά Επίδαυρο, σπίτι της Μανουέλλας. Φτάσαμε με την αδερφή της, την Αλέξια, γύρω στίς εξήμιση, μετά απο αρκετό λιοπύρι και μποτιλιάρισμα στην Εθνική, βγαίνοντας απο την Αττική Οδό, στην Ελευσίνα. Φτάσαμε όμως, ξαφνικά, όπως γίνεται συνήθως, κάποια στιγμή και βάλαμε αμέσως τα μαγιό μας και όπως έπεσα στην βαθειά γαλάζια θάλασσα εδω μπροστά που ήτανε ήσυχη και απαλή - και σαν βελούδο στην αφή - ενώθηκα ξανά με τον ομφάλιο λώρο τον αιώνιο και συμπαντικό και έγινα ένα με όλα αυτά που με συγκροτούν, παρελθόντα και παρόντα και μέλλοντα. Ο Ουρανός, τα βουνά, τα νησιά, τα κάτασπρα σαν απο βαμβακι μικρά συννεφάκια και όλο αυτό νερό που με αγκάλιασε και με κράτησε μέσα του για δυό περίπου ώρες, γίνανε καταφύγιο και παρηγοριά μεγάλη και όπως κολυμπούσα ένα πλατύ χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό μου, τόσο που με πήραν είδηση και κάτι ασημένια τόσα δα ψαράκια κι΄αστράψανε με ομαδικά ακροβατικά πάνω απ΄τον ώμο μου. Είχε ακόμα πολύ φώς μέχρι τίς εννιάμισυ, αφού είχα στεγνωσει κουβεντιάζοντας με την παρέα και κατα τις δέκα νύχτωσε πραγματικά. Κατακαλόκαιρο. Μου ήρθε μια ιδέα, μιά έμπνευση καθώς προχώρησε η νύχτα τρυφερά, με παρέα δοκιμασμένη, με τούς ήχους των πουλιών και του αέρα, τών τζιτζικιών, τών τριζονιών, με τ΄αστέρια που αρχίσανε σιγά-σιγά να παίρνουν θέση και να εκτοξεύουνε λεπτές δέσμες φωτός – έστω κι΄αν έχουν ανακηρυχτεί «νεκρά» απο τούς επιστήμονες εκατομμύρια χρόνια τώρα ή, απλώς, απολύτως ετερόφωτα. Καμμία σημασία δεν έχει, το φώς τους ακόμα φτάνει μέχρι μέσα μου και αυτό είναι που μετράει. Μια τολμηρή σκέψη μούρθε στο μυαλό ξαφνικά : Ψάχνω δικαιολογίες για να μην τελειώσω εκείνα ή τα άλλα τραγούδια, ή το βιβλίο το τρίτο της σειράς «Ιστορίες του Ελλάδιου» ή το άλλο το μυθιστόρημα που ζεί και αναπτύσσεται ολόκληρο μέσα σ΄έναν κήπο. Νοιώθω πως δεν επαρκούν αυτά για να δείξουνε πώς νοιώθω, τι θέλω να πώ, πώς αυτοπροσδιορίζομαι πιά σήμερα. Θάθελα να μπορούσα να γράψω τραγούδια που να τα τραγουδήσω εγώ, αλλά είναι δύσκολο γιατί είμαι - κατα γενική ομολογία - παράφωνος (αν και αυτά είναι πολύ περίεργα πράγματα, μπορεί αυτό το «παράφωνος» να κουβαλέι όλη την εκφραστική μου δύναμη). Και θέλω να γράψω ενα θεατρικό που να το παίξω εγω ο ίδιος, αναλαμβάνοντας την ευθύνη του 100%, ώστε να καταφέρω να πώ αυτά που μέσα μου παλευουνε να πάρουν σχήμα και μορφή, ή να αποτύχω. Η αποτυχία δεν είναι ύβρις, ούτε κάν πρόβλημα. Είναι υγεία. Αποτυγχάνει μόνο αυτός που προσπαθεί, αυτός που δεν ρισκάρει και δεν κάνει τίποτα πώς να αποτύχει; Μέχρι και μουσική θάθελα να γράψω, όχι σκέτη μουσική βέβαια, να μελοποιήσω τούς στίχους μου εννοώ και με τη βοήθεια φίλων μουσικών να της δώσουμε αυτής της μουσικής μιάν υπόσταση, έναν όγκο, να την κάνουμε ελκυστική μέσω της παραγωγής, τής ενορχήστρωσης, του όλου πακέττου. Δεν θέλω να γράψω «άλλο ένα βιβλίο». Ισως νάναι εγωϊσμός αυτό και έπαρση, αλλά δεν θέλω, δεν μ΄ενδιαφέρει να διηγηθώ μιάν ιστορία, μια πριπέτεια, ενα αίσθημα, μια καταστροφή. Θέλω να γράψω ενα βιβλίο που διαβάζοντάς το να νοιώθεις φρεσκάδα, σαν να φυσάει βοριαδάκι απολαυστικό Αύγουστο μήνα ντάλα μεσημέρι. Γιατί εδω βρίσκομαι τώρα και ηλικιακά και απο διάθεση. Στον Αυγουστο. Λίγο μετά την Κοίμηση της Παναγίας, τότε που σκαρφαλώνω στα 2033 μέτρα του Αθωνα για να περάσω τη νύχτα μου εκεί ψηλά μέσα στη σουλουμπάμια μου και να μεταμορφωθώ μεταλαμβάνοντας τα άχραντα μυστήρια στο εκκλησάκι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος που χωράει δεν χωράει δεκα ανθρώπους, αγκαλιάζει όμως πάνω απο 300 κάθε χρόνο. Είναι μεγάλη ανάσα αυτή που ανάσανα : Δεν θέλω άλλο μιζέριες και κακομοιριές στα τραγούδια, τα γραψίματα κάθε είδους, άρθρα, πόστ, ποιήματα, στίχους, ιστορίες, μυθιστορήματα. Και θέλω αυτό που θέλω να πώ να το πώ ο ίδιος, με τα δικά μου εκφραστικά μέσα – να το τολμησω τουλάχιστον και οτι θέλει ας γίνει. Υπάρχει κάτι μέσα μου βαθειά που πονάει πιό πολύ απο μόλωπα, πιό πολύ απο ανοιχτή πληγή, πονάει αλλοιώς, διαχρονικά και επίμονα. Κάτι πολύ ζωντανό και οπωσδήποτε φυλακισμένο πίσω απο κάγκελα, όπως ολόκληρος ο εαυτός μου τέτοιες μέρες πρίν τρία χρόνια, στο κελλί 58 της Δ΄Πτέρυγας των φυλακών Κορυδαλλού. Εδω στο στήθος μου, πίσω απ΄τον θώρακα, υπάρχει «μια παλιά πληγή που αιμοραγεί». Τόχα γράψει αυτό, ασυναίσθητα, πολλά χρόνια πρίν, στούς στίχους ενός τραγουδιού που περιλαμβάνεται στις «Μπαλάντες της οδού Αθηνάς» του Μάνου Χατζιδάκι, στο «Αερόστατο με αίμα» : «Αυτό το κόκκινο μικρό αερόστατο, είναι παλιά πληγή που αιμοραγεί». Αν ήταν «παλιά πληγή» πρίν 25 κιόλας χρόνια, πόσο παλιότερη μπορεί νάναι τώρα – ή δεν είναι θέμα χρόνου όπως τον μετράμε εδω κάτω; Δεν ξέρω. Αυτό το μπαλονάκι πάντως που συχνά φουσκώνει απότομα και μπλοκάρει το διάφραγμα και μου προκαλεί επιθέσεις πανικού και τρόμου που χρειάζονται χημική υποστήριξη για να ελεγχθούν, είναι μια παρακαταθήκη πολύ βαθειά κρυμμένη που οφείλω με κάθε τρόπο να την εντοπίσω, να την αποκρυπτογραφήσω, να την εκθέσω στο φώς – κι΄έτσι να την απελευθερώσω, να γίνει κι΄αυτή φώς εκ φωτός και να πάψει να με δυσκολεύει στην ανάσα και να πονάει συχνά και να μπλοκάρει την ομαλή ροή των συνειρμών όπως έρχονται απο το άνω τερματικό η μιά μετά την άλλη, σαν οδηγίες πρός ναυτιλομένους, ναύτες του καραβιού που πάει πίσω στο λιμάνι, εκεί απ΄όπου ξεκινήσαμε όλοι ομνύοντας πως δεν θα ξεχάσουμε ποτέ πώς επιστρέφει κανείς σπίτι του. Ο χρόνος προχωράει, το Σάββατο ξημέρωσε κι΄αντί για καφέ το πρωϊνό μου ήτανε μια βουτιά στη θάλασσα. Σηκώθηκα απο το κρεββάτι, έβαλα το μαγιό μου και μπήκα στη θάλασσα. Κολύμπησα αρκετά και μετά πλάκωσα τούς καφέδες και τα τόστ με μια ωραία μαρμελάδα τοπική που φτιάχνει εδω δίπλα μιά γειτόνισσα ανακατεύοντας όλα τα εσπεριδοειδή της Κορινθίας και της Αργολίδος με μεγάλη μαεστρία. Θυμήθηκα τον «Ανθρωπο Ελέφαντα» που το κεφάλι του ήταν τόσο μεγάλο γιατί είχε μέσα τόσα πολλά όνειρα. Ταυτίζομαι μαζί του. Αλλάζω μαγιό και γελάω με το σώμα μου, πόσο έρμαιο του Χρόνου που κυλάει είναι, πόσο αυτόνομα ενηλικιώνεται, αδιαφορώντας για τό πώς νοιώθω εγώ, πόσων χρονών νοιώθω δηλαδή. Τα τζιτζίκια έχουνε λαλήσει, τρίζουνε εκκωφαντικά μονότονα τραγούδια «και μόνο ένα άγνωστο κλαράκι νοιώθει το βάρος τους». Κι΄αυτό παλιό, παλιότερο απο το αερόστατο με το αίμα. «Να, σαν τον τζίτζικα που τρίζει μικρά τραγούδια και μόνο εν΄άγνωστο κλαράκι νοιώθει το βάρος του, να, σαν κι΄αυτόν κι΄εγω βαραίνω πάνω σου και μόνο εσύ το ξέρεις». Πόσα χρόνια έχουν περάσει απο το 1970 που τόγραψα αυτό, πάρα πολύ ερωτευμένος; Τριαντά οχτώ. Και ήμουνα σχεδόν 17, δεκάξι πρός τα δεκαεφτά συγκεκριμένα. Ερωτεύεσαι ανευ όρων εκεί στην στροφή της ήβης πρός την εφηβεία και μεταμορφώνεται ο κόσμος όλος κι΄εσυ ο ίδιος. Και μετά τίποτα πιά δεν είναι ίδιο όπως το ήξερες : Εκτοξεύεσαι στο σύμπαν και δορυφορείσαι πιά στην υπόλοιπη ζωή σου στην τροχιά του πρώτου πάθους, αν είσαι τυχερός και σου τύχει. Εγω είμαι τυχερός και μούτυχε. Πάω για τη δεύτερη βουτιά μου!
28/06/2008 13:16 by zardav Posted in Uncategorized | 10 Comments
Αλμπερ Κοσσερύ : Η τελευταία σιέστα
25/06/2008 23:05 by zardav Posted in Uncategorized | 3 Comments
Η Αγλαϊα Κρεμέζη στην Τζιά
13:17 by zardav Posted in Uncategorized | 1 Comment
Πολλή ζέστη! Δεν τραβάει τ΄αλογο!
1:50 by zardav Posted in Uncategorized | 3 Comments
Βρυξέλλες, ακρίβεια, Ελλάδα και Μάνος Χατζιδάκις “20 years after”…
22/06/2008 16:56 by zardav Posted in Uncategorized | 8 Comments


