Εδω στου δρόμου τα μισά…
Της Σταυροπροσκυνήσεως σήμερα και ήθελα πάρα πολύ να πάω στην εκκλησία. Δεν είχα πάει απο την Τετάρτη 12 του μήνα που ήμουνα στο Ορος και λειτουργήθηκα και κοινώνησα στο Καθολικό της Λαύρας μετά απο πείνα τριήμερη που είχε αρχίσει την Καθαρή Δευτέρα! Ελα όμως που είχαν μπεί στο δωμάτιό μου 13 ταγκαλάκια και δεν μ’ άφηναν να σηκωθώ απ΄το κρεββάτι με τίποτα! Τούς ξέρω αυτούς τους καλικάντζαρους, πρωτογνωριστήκαμε στο παιδικό μου δωμάτιο στην rue Salvago 13, στην Αλεξάνδρεια. Μου κάνανε ανω κάτω τίς νύχτες μου, ζούσανε κάτω απ’ το κρεββάτι ή πίσω απ΄τίς ντουλάπες και τούς έτρεμα. Φοβόμουνα συγκεκριμένα οτι αν έπεφτα απο το κρεββάτι θα με τραβούσανε εκει απο κάτω στα λημέρια τους και δεν θα ξανάβλεπα ποτε μου πιά ηλίου πρόσωπο. Δεν ξέρω αν είναι οι ίδιοι καλικάντζαροι αυτά τα ταγκαλάκια ή κάποιοι πρόγονοι, απόγονοι ή επιτελείς τους, ξέρω όμως οτι με ζαλίσανε σήμερα μέχρι να καταφέρω να τούς σπρώξω στήν άκρη και να μπώ κάτω απ΄το ντούς. “Ελα μωρέ” , μου ψυθίριζε ο ένας στ’ αυτί “που να τρέχεις τώρα, άλλαξε και η ώρα, κάτσε εδω κοιμήσου να δείς κι΄άλλα όνειρα”. Μόλις πήγαινα ν΄ανασηκωθώ μ΄άρπαζε ο άλλος απ΄τον ώμο. “Ωχ, μωρέ, Κυριακάτικα, σαν τίς γριές κάνεις, σώνει και καλά στην εκκλησία και στην εκκλησία! Τι θα γίνει δηλαδή στην εκκλησία που δεν μπορεί να γίνει εδώ; Δεν μπορείς να προσευχηθείς στο σπίτι σου;”. Ξαναγκάλιαζα το μαξιλάρι μου, λίγο ξαναβυθιζόμουνα, μ’ έσπρωχνε ο άγγελός μου : “Ε, Ζαχαρία, μια ζωή την έχουμε, κοιμισμένοι θα τη βγάλουμε; Ξημερώνει μια μέρα υπέροχη, έχει αλλάξει η ώρα, θα λάμπει ο ήλιος και θα σου χαμογελάει καθώς θα κατεβάινεις απο Αριστοδήμου, Σουηδίας, Γενναδίου, μέχρι τήν Μονή Πετράκη. Μην το χάσεις όλο αυτό κουκουλωμένος σαν τον μαλάκα, άντε, ξεκούνα, κάνε μου τη χάρη”. Ευτυχώς, δόξα τω Θεώ, (μην πώ και μεγάλη κουβέντα) ο άγγελός μου τα τελευταία χρόνια τούς τον έχει κόψει τον πολύ βήχα τών καλικαντζαραίων και συνήθως επικρατεί οπότε με τα πολλά είπα “δεν είμαστε καλά, θερινό ωράριο σήμερα, τρίτη Κυριακή των νηστειών, μέσα στη μέση της σαρακοστής στην Ελλάδα, υγιής, ζωντανός, με χιλιάδες σχέδια - και θα κάτσεις ν’ ακούς τα ταγκαλάκια τα μαυριδερά, τα κοντοπίθαρα, τ’ ασχημομούρικα; Τάχεις χάσει εντελώς;”. Σηκώθηκα και δειλά-δειλά κοίταξα πίσω απ΄τα blinds έξω το δρόμο. Για κάποιο λόγο όσο ήμουν στο κρεββάτι είχα πεισθεί οτι έχει τρομερή συννεφιά και κρύο και “πού να ντύνεσαι τώρα με πουλόβερ και ιστορίες και να γλυστράς στούς λασπωμένους δρόμους”. Τζάζ εντελώς σας λέω. Ο ήλιος έλαμπε και όλο το Ανω Κολωνάκι (πώς λέμε Ανω Πετράλωνα;) άστραφτε και χαμογελούσε και μούκλεινε το μάτι. Μπήκα κάτω απ’ το ντούς, το φχαριστήθηκα όσο δε λέγεται, ντύθηκα και πήρα το 141, μου είπε η μαγνητοφωνημένη συνάνθρωπος οτι την ώρα Ελλάδος την ακούμε πιά στο 14844, ξαναπήρα και, δεν ξέρω πώς, ήταν ακόμα εφτάμιση - παρ΄όλες αυτές τις προηγηθείσες αψιμαχίες που σας περιέγραψα. Σούπερ, σούπερ, σούπερ. Ηταν υπέροχα έξω. Δεν ξέρω αν είχε βρέξει το βράδυ αλλά μύριζε τόσο ωραία και έλαμπε τόσο ζεστά και χαρούμενα ο ήλιος, ήταν η άσφαλτος και τα πεζοδρόμια τόσο καθαρά και φρεσκοπλυμένα, που νόμιζα πως ακόμα ονειρευόμουν. Κι’ όταν έφτασα στην εκκλησία μόλις είχε βάλει “ευλογητός” ο ιερέας, μόλις άρχιζε δηλαδή η Θεία Λειτουργία που στην Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη είναι κατανυκτική πραγματικά γιατί έχει το τυπικό των μοναστηριών, δεν είναι σαν τις άλλες εκκλησίες - είναι μοναστήρι. Δεν έχει δυνατά μεγάφωνα και τεράστιους πολυελαίους και η εκκλησία είναι μικρή με παλιές αγιογραφίες (οι νεότερες, υπολογίζω, είναι της σχολής και της εποχής του Κόντογλου, αν δεν είναι του ιδίου) και οι ψαλτάδες, ειδικά ο δεξιός, είναι εξαιρετικοί, της κλασσικής σχολής, ψάλλουν με μέτρο και πάθος αλλά δεν “τραγουδάνε” ούτε κάνουνε επιδείξεις φωνητικών ικανοτήτων. Ηξερα πως σήμερα γιορτάζει με το ημερολόγιο ο αγιος Ιωάννης της Κλίμακος (που ξαναγιορτάζει την άλλη Κυριακή, Δ’ των Νηστειών) και ήξερα - γιατί είχα κάνει χτές το βραδάκι τον εσπερινό μου όπως πάντα - οτι σήμερα γιορτάζουμε “τα μισά του δρόμου” της Σαρακοστής και γι’ αυτό τιμούμε τον Σταυρό και τον “προσκυνάμε” (Της Σταυροπροσκυνήσεως) για να μας δώσει δύναμη να συνεχίσουμε τον αγώνα μας, όποιος κι’ αν είναι αυτός, που συμβολίζεται απο τον αγώνα της νηστείας και της προσπάθειάς μας να ελέγξουμε κάπως τα πάθη μας, να πάρουμε το τιμόνι στα χέρια μας και να μην το βάλουμε κάτω, όσο δύσκολα κι΄αν μοιάζουνε τα πράγματα. Δεν θυμόμουνα όμως την μικρή αυτή τελετή που έγινε αφού κοινωνήσαμε : Βγήκαν οι ιερείς μέσα απ’ το ιερό μ’ ενα μεγάλο πανέρι γεμάτο κλωνάρια φρέσκο μυρωδάτο δεντρολίβανο στην μέση του οποίου ο μικρός ξύλινος κι΄ασημένιος σκαλιστός Σταυρός ορθωνότανε δυνατός, με τέτοια βεβαιότητα αιωνιότητας, με τέτοια ισχύ και απλότητα, με τόσο μέγα και συγχρόνως ταπεινό Πάθος, που δεν μπορούσες να μην νοιώσεις υπερήφανος που αποτελείς κομμάτι αυτής της παράδοσης, τής Πίστης δηλαδή, που δυό χιλιάδες χρόνια τώρα δεν αρκείται στο να παράγει έργα τέχνης για τα μουσεία και τούς καλλιεργημένους, μορφωμένους, ισχυρούς του κόσμου, αλλά επιμένει να δοξάζει το ελάχιστο και να δοξάζεται απο το ταπεινότερο, απο τον φτωχό και τον αμόρφωτο το ίδιο όσο και απο τον θεολόγο με τα εφτά ντοκοτορά. Κι’ αυτά που λέγονται και ψάλλονται και διαβάζονται, έργο του Μεγάλου Βασιλείου η Θεία Λειτουργία που ψάλλεται σήμερα, του Ιωάννου του Χρυσοστόμου τίς περισσότερες μέρες του χρόνου, μαζί με τα κοντάκια και τα απολυτίκια, σπουδαία έργα της τέχνης του λόγου, ποίηση που δεν μπορεί να την πλησιάσει κανένας λογοτέχνης κανενός αιώνα. Κι΄όλ΄αυτά΄δεν είναι για τούς λίγους ούτε για τίς μέρες που έχεις υψηλούς καλεσμένους, σαν τα καλά σερβίτσια του τσαγιού και τα κρύσταλλα που τα προσέχουμε να μην φθαρούν ή σπάσουνε. Εκεί, κάθε μέρα, όλα τα αριστουργήματα, είτε είναι Λόγος, είτε είναι Εικόνα, να την πιάνεις, να της φιλάς, να την φθείρεις, να την ζείς, να την μοιράζεσαι. Στο τέλος, μαζί με το αντίδωρο, οι δυό ιερείς μας δώσανε κι΄απο ένα κλωνάρι μυρωδάτο δεντρολίβανο - και την ευχή “Καλή Ανάσταση”. Ανέβηκα την Γενναδίου είκοσι κιλά πιό ελαφρύς κοιτάζοντας όλο αυτό το θαύμα γύρω μου, αυτά τα δέντρα πούχουμε κατα δεκάδες εδω γύρω και βγάζουνε αυτή την εποχή χιλιάδες ή κι΄εκατομμύρια μικρά μωβ λουλουδάκια. Τις μουριές τίς κλαδεμμένες που έχουνε αρχίσει να σκάνε φύλλα με δύναμη και σε καμμιά βδομάδα-δέκα μέρες θα είναι πάλι πανέτοιμες για ν΄απλώνουνε τη σκιά τους όλο το καλοκαίρι χάρη σ’ αυτό φύλλωμα το ειδικά φτιαγμένο που δεν το διαπερνά ο ήλιος ακόμα και 45 βαθμούς να γράφει το θερμόμετρο. Εβλεπα την Γεννάδειο Βιβλιοθήκη και την Βρεττανική αρχαιολογική σχολή, τον Ευαγγελισμό και το Μαράσλειο, τον πανέμορφο Λυκαβηττό με τον “ιερό του σκούφο”, τον Αη-Γιώργη, όπως τον περιέγραψε ο Σαββόπουλος στα “Τραπεζάκια έξω”, πρίν απο εικοσιτόσα χρόνια. Εβλεπα κι’ αυτά που δεν βλέπονται κι’ αυτά που δεν περιγράφονται και αυτά που δεν νοούνται. Και ο άγγελός μου περπατούσε ή πετούσε δίπλα μου χαρούμενος και γελαστός, θριαμβευτής σαν παιδάκι πούριξε τη μπάλλα στο δύχτι, που τα κατάφερε να μην μετρήσει άλλη μια ήττα η ομάδα του. Μετά, μιλώντας με τον Τάσο, όπως ήρθε η κουβέντα μου είπε “πήγες εκκλησία;” και του είπα, “ναί, ευτυχώς πήγα” και μούπε “σας μοιράσανε κι’ εκεί δεντρολίβανο;” και είπα, “ναί, βέβαια, πώς δεν μας μοιράσανε, αυτό έλλειπε”, αλλά τότε θυμήθηκα πως το λένε αυτό το ευλογημένο ταπεινό κλωναράκι που ευωδιάζει σαν μύρο και σου σπάει τα ρουθούνια, σου πλυμμηρίζει το στήθος αγάπη, σε γεμίζει ελπίδα και βεβαιότητα. “Ακου να δείς” σκέφτηκα, σ’ εκείνο το παραθαλλάσιο ξωκκλήσι στα Καλύβια, στο δρόμο για το Σούνιο όπου χωράνε είκοσι άνθρωποι, γίναν τα ίδια που έγιναν κι’ εδω στην Μονή Πετράκη, που γίνανε σε όλη την Ελλάδα, στα βουνά και στα νησιά και στις πόλεις και στα χωριά και τίς κωμοπόλεις και παντού όπου υπάρχει ενα εκκλησάκι φρεσκοασβεστωμένο, μ’ έναν Σταυρό στην κορυφή της στέγης του, με πέντε εικονισματάκια, τον Χριστό, την Παναγία, τον αγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και τον άγιο για τον οποίον χτίστηκε. Εκεί εμείς, το δικό μας, μαζί με τα Hondos Center και τα 5′ Μαρινόπουλος, τα Everest και τα εσπρεσσάδικα, την Marfin, την Aegean και τα Foli-Folie. Και με την γκρίνια πάντα απο κοντά και τα αχ και βάχ μας και τις συντάξεις πείνας και τα χρέη και τίς διαπλοκές και τις παρεξηγήσεις μας. Πάω τώρα να προλάβω να κάνω καμμιά βουτιά και να γυρίσω εγκαίρως στην πόλη γιατί τελειώνουν σήμερα ο Σαββόπουλος με τον (Θανάση) Παπακωνσταντίνου και θέλω να τούς ακούσω. Δεν θα δουλέψω σήμερα, αρκετά έγραψα. Αυριο με το καλό - να πούμε πιά “καλή βδομάδα”!
30/03/2008 12:59 by zardav Posted in Uncategorized | 25 Comments
Ναί λοιπόν ―”99%” και ξερό ψωμί!
29/03/2008 3:27 by zardav Posted in Uncategorized | 6 Comments
Βουτιά και πόστ!
26/03/2008 19:21 by zardav Posted in Uncategorized | 8 Comments
Η Λογοτεχνία της Ευτυχίας.
25/03/2008 23:29 by zardav Posted in Uncategorized | 11 Comments
Μπήκε η άνοιξη εγκαίρως!
20/03/2008 13:07 by zardav Posted in Uncategorized | 14 Comments


